Views & Interviews

www.yiorgosdepollas.com

Στις 2 Μαρτίου του 2015, σε μια συνέντευξη που είχα πάρει από τον Γιώργο Δεπόλλα για το fmag, τον ρώτησα για το πρόβλημα της μη εύρεσης δουλειάς του στο διαδίκτυο (εκτός ελαχίστων μεμονωμένων φωτογραφιών), με δεδομένο το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει από νέους φωτογράφους και μελετητές της φωτογραφίας. Μου είχε απαντήσει ως εξής: «Η αλήθεια είναι μία, ότι έχω ακόμα κάποιους ενδοιασμούς για το πώς παρουσιάζεται η φωτογραφία στο διαδίκτυο κι εγώ ασφαλώς την προτιμώ τυπωμένη. Εδώ και μερικά χρόνια είχα μια σοβαρή πρόταση από σημαντικό φορέα για μια μεγάλη αναδρομική μου έκθεση, αλλά, δυστυχώς, λόγω των γνωστών συνθηκών έχει αναβληθεί δυο φορές. Ελπίζω, αν κάποια στιγμή γίνει, να ακολουθήσει η δημιουργία του προσωπικού μου site.»

Η έκθεση ακόμη δεν έχει πραγματοποιηθεί, αλλά, ευτυχώς, εδώ και μερικούς μήνες το site του Γιώργου Δεπόλλα είναι διαθέσιμο σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την προσωπική διαδρομή του ιστορικού Έλληνα φωτογράφου και τη φωτογραφία γενικότερα, στη διεύθυνση www.yiorgosdepollas.com.

Πάνω σε λιτό ανθρακί φόντο με λευκά γράμματα, η φωτογραφία ενός ιδιόρρυθμου βαρκάρη-οδηγού που αναμένει τους επισκέπτες υποσχόμενος ξενάγηση σε έναν διαφορετικό κόσμο, μας προετοιμάζει για τη συνέχεια. Με τη χαρακτηριστική άνεση του Γιώργου Δεπόλλα να εκφράζεται αποκλειστικά φωτογραφικά, χωρίς τη βοήθεια γραπτού λόγου, η φωτογραφία σκιαγραφεί το περιεχόμενο της δουλειάς του: αυτοπορτρέτο, περιέργεια, αμφισβήτηση, χιούμορ, ειρωνεία.

Το βιογραφικό του, δίγλωσσο, σε γραπτό αλλά και φωτογραφικό λόγο που αρθρώνεται με μια σειρά πορτρέτων και αυτοπορτρέτων του από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Η ανάρτηση του ντοκιμαντέρ «Ο ξένος», στο πεδίο «Film», βοηθά τον επισκέπτη να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της πληθωρικής προσωπικότητας του φωτογράφου.

Η δουλειά του, χωρισμένη σε δύο κατηγορίες με τους χαρακτηρισμούς «Δημιουργική Φωτογραφία» και «Ταξιδιωτική Φωτογραφία», που αφορούν την προσωπική και επαγγελματική του φωτογραφία αντίστοιχα, τις οποίες υπηρέτησε ταυτόχρονα με μια αξιοθαύμαστη ισορροπία, είναι δομημένη λειτουργικά και παρουσιασμένη με έναν ρετρό  θα μπορούσαμε να πούμε τρόπο: Οι φωτογραφίες εμφανίζονται σε μικρό μέγεθος και συχνά μέσα σε πλαίσιο. Το σημαντικό στην προσωπική του δουλειά (Δημιουργική Φωτογραφία), είναι ότι ο φωτογράφος έχει επιλέξει να αναρτήσει όχι μόνο τις διάσημες εργασίες του, αλλά και πρώιμες, πειραματικές καθώς και άγνωστες στο κοινό σειρές, δίνοντάς μας την ευκαιρία να κατανοήσουμε την πορεία του στο φωτογραφικό χώρο και τις ανησυχίες του στο πέρασμα του χρόνου.Τα σετ «Στην παραλία», «Άσυλο», «Ανέκδοτα ντοκουμέντα», «Δεκατρείς παράξενοι θάνατοι» κ.ά. είναι τοποθετημένα ανάμεσα στα υπόλοιπα, ανάλογα με τη χρονολογία κατά την οποία υλοποιήθηκαν. Ίσως κάποιος άλλος να επέλεγε να αναρτήσει στην ιστοσελίδα του μόνο κάποιες από τις προσωπικές και πιο επιτυχημένες δουλειές του για ευνόητους λόγους, αλλά ευτυχώς για εμάς ο Γιώργος Δεπόλλας δεν έχει τέτοιου είδους ανασφάλειες. 
Τα κείμενα που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είναι σύντομα και περιεκτικά, με καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα, αφήνοντας την αφήγηση του εκάστοτε θέματος στις εικόνες. Ταυτόχρονα, σε ένα ξεχωριστό πεδίο με τίτλο «Κείμενα & Συνεντεύξεις», μπορεί κανείς να βρει συνεντεύξεις και κείμενα του Γιώργου Δεπόλλα, κείμενα επιμέλειας και κριτικές για τη δουλειά του από σημαντικούς ανθρώπους του χώρου, όπως ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, ο Κωστής Αντωνιάδης, η Αλεξάνδρα Μόσχοβη και άλλοι. Η συγκέντρωση όλων αυτών των κειμένων σε ψηφιακή μορφή και στον ίδιο χώρο, είναι πολύ χρήσιμη καθώς τα περισσότερα βρίσκονται σε προλόγους εκδόσεων, καταλόγους εκθέσεων και περιοδικά που είναι δύσκολο ή αδύνατο να βρεθούν σήμερα.

Τέλος, στο πεδίο «Βιβλία» μπορεί να βρει κανείς τις δουλειές από τη δημιουργική και την ταξιδιωτική φωτογραφία, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

Η σκηνοθετική ιδιότητα του Γιώργου Δεπόλλα, υπήρξε καταλυτική στη διαμόρφωση της φωτογραφικής του γλώσσας και σε συνδυασμό με την αισθητική του, την κριτική ματιά και την έντονή του προσωπικότητα, του έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό φωτογραφικό έργο, το οποίο καταφέρνει με τρόπο μοναδικό να θίξει και να σχολιάσει θεωρητικά ζητήματα της φωτογραφίας με εικονικό λόγο.

Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του σκηνοθέτη, ο Γιώργος Δεπόλλας έχει πραγματοποιήσει και την καλλιτεχνική επιμέλεια της ιστοσελίδας του. Ενός χώρου, που αποτελεί πλέον κομμάτι του ψηφιακού φωτογραφικού αρχείου της Ελλάδας και είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.

Νατάσα Καρακατσάνη

Συνέντευξη της Κατερίνας Καλογεράκη στη Νατάσα Καρακατσάνη

imgH Κατερίνα Καλογεράκη είναι φωτογράφος, με πορεία τριών δεκαετιών πάνω σε projects με θέμα τον άνθρωπο. Με έδρα το Λονδίνο, εργάζεται ως ανεξάρτητη φωτογράφος, αναλαμβάνοντας εργασίες από ένα ευρύ φάσμα πελατών, όπως ιδιωτικές εταιρείες, περιοδικά, τοπικές αρχές και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου και του εξωτερικού. Παράλληλα, δουλεύει προσωπικά της projects, διδάσκει φωτογραφία και επιμελείται εκθέσεις και εκδόσεις. Γεννημένη στην Ελλάδα, σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και στο Λονδίνο, όπου απέκτησε BA και MA στη Φωτογραφία από το Πανεπιστήμιο του Westminster και PGD στα Πολυμέσα από το Goldsmiths College, University of London. Η δουλειά της έχει εκτεθεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε όλη την Ευρώπη. Φωτογραφίες της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο, τη Βέρνη, το Παρίσι, το Λονδίνο, την Αθήνα και τα Χανιά.

Εκείνο που δεν αναγράφεται, φυσικά, σε ένα σύντομο βιογραφικό όπως το παραπάνω, είναι πως, εκτός από καταξιωμένη Ελληνίδα φωτογράφος, η Κατερίνα Καλογεράκη είναι ένας απλός και ζεστός άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες, που σε κερδίζει αμέσως. Γνωρίζοντάς την, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι το προσωπικό της έργο αντανακλά τις πεποιθήσεις της και τις αξίες που υπηρετεί. Δεν είναι τυχαίο ότι δουλεύει τόσα χρόνια με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και τάξεων ούτε ότι είναι εμφανής στις φωτογραφίες της η άνεση με την οποία όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στον φακό της. Η παρακάτω συζήτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πρώτη γνωριμία μαζί της που ίσως βοηθήσει να εμβαθύνουμε στο έργο της.

- Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη φωτογραφία και πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το αντικείμενο, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο όταν έκανα μια σειρά από πορτραίτα σε μία συμμαθήτρια μου με μια Zενίτ που είχε φέρει ο αδελφός μου από την Ουγγαρία. Ο γαμπρός της (Στέφανος Πάσχος), που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, της είπε: Έχει πολύ καλό μάτι, πες της, αν θέλει, να έρθει να δουλέψει στο στούντιο (μόλις το είχε ανοίξει στο Κολωνάκι).

Πήγαινα για ένα διάστημα μετά το σχολείο και βοηθούσα στο στούντιο και λίγο στον σκοτεινό θάλαμο, αλλά δεν με τραβούσε η φωτογραφία μόδας. Αποφάσισα να σπουδάσω φωτογραφία στη μοναδική σχολή που υπήρχε τότε - λεγόταν Χλιβερός, δεν θυμάμαι ολόκληρο το όνομα - και ήταν κάπου στα Εξάρχεια. Πήγαινα 2 ή 3 φορές τη βδομάδα και μάθαινα σκοτεινό θάλαμο. Ταυτόχρονα, βρήκα τυχαία μια αγγελία στην εφημερίδα για το μεγαλύτερο Πρακτορείο Τύπου τότε: «Αφοί Αναγνωστόπουλοι». Ζητούσαν άτομο για τον σκοτεινό θάλαμο. Με προσέλαβαν τον Σεπτέμβρη του 1980.

Μια μέρα, δεν υπήρχε φωτογράφος στο γραφείο και ήθελαν κάποιον να βγάλει μια πορεία που γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Έστειλαν εμένα με μια Μινόλτα και οι φωτογραφίες που έβγαλα άρεσαν. Σιγά σιγά με έστελναν όλο και πιο συχνά να φωτογραφίζω. Τότε δεν υπήρχαν γυναίκες φωτορεπόρτερ. Άρεσε στον κόσμο να βλέπει μια πολύ νέα κοπέλα να φωτογραφίζει και άρεσαν και οι φωτογραφίες μου. Έπαιρναν τηλέφωνο στο γραφείο και ζητούσαν εμένα. Φωτογράφισα διάφορες προσωπικότητες: από τη Θάτσερ στο Βρετανικό Συμβούλιο, μέχρι τον Καραμανλή στο Προεδρικό μέγαρο, τη Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού και την προεκλογική εκστρατεία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη το 1981 με τον Φίλιππο Γκονζάλες, καθώς και άλλους πολλούς, υπουργούς κλπ.

Έφτιαξα ένα καλό όνομα στο χώρο του φωτορεπορτάζ για τα δύο χρόνια που έμεινα εκεί. Όμως, όσο περισσότερο φωτογράφιζα τόσο πιο ανήσυχη γινόμουν με τη φωτογραφία. Ένοιωθα πως ουσιαστικά είχα ελάχιστες γνώσεις, ήθελα να σπουδάσω φωτογραφία. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν με έστειλαν στη Θύρα 7, τότε που είχαν σκοτωθεί οι φίλαθλοι. Ήθελαν να φωτογραφίσω τους συγγενείς όταν αναγνώριζαν τα πτώματα. Επέστρεψα θυμάμαι στο γραφείο, ένα ράκος, χωρίς να έχω βγάλει καμιά φωτογραφία. Ένοιωσα πως δεν μπορούσα να φωτογραφίσω τον θρήνο των ανθρώπων για να βγάλω χρήματα από τη δυστυχία τους. Αυτό το γεγονός, όπως και κάποια άλλα, με έκαναν τελικά να αποφασίσω να φύγω για να σπουδάσω φωτογραφία στο Λονδίνο, επειδή ακόμα τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σπουδές σε ανώτερο επίπεδο.

- Η μετάβασή σας στο Λονδίνο και οι σπουδές σας επηρέασαν τον τρόπο που αντιμετωπίζατε τη φωτογραφία μέχρι τότε;

Η μετάβαση στο Λονδίνο ήταν μια ιδιαίτερη ιστορία, γιατί τα οικονομικά μου ήταν ανύπαρκτα. Έπρεπε να δουλεύω και να σπουδάζω. Η επιβίωση ήταν δύσκολη και καθόρισε και τις φωτογραφικές μου επιλογές, αφού είχα ελάχιστο χρόνο να φωτογραφίζω. Δούλευα απ’ το πρωί ως το βράδυ, σπουδάζοντας ταυτόχρονα part time. Επίσης, τα αγγλικά μου ήταν χάλια για σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον πέρναγα διαβάζοντας, προσπαθώντας να εμπεδώσω τα ακαδημαϊκά αγγλικά, να εμβαθύνω στις φωτογραφικές μου σπουδές μέσα από τα βιβλία και τη διδαχή τους στο πανεπιστήμιο. Η σπουδή και η μελέτη ήταν αυτό που πραγματικά μου έλειπε τότε, γιατί στα δύο χρόνια που δούλευα ως φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο, είχα χορτάσει να βγάζω φωτογραφίες. Κριτική ανάλυση και θεωρία της φωτογραφίας και οτιδήποτε είχε να κάνει με την κριτική καθοδήγηση ήταν εκείνο που επιθυμούσα περισσότερο απ’ όλα.

- Ποιες είναι οι επιρροές που θεωρείτε ότι σας καθόρισαν;

Στο Polytechnic of Central London, που έκανα τις πρώτες μου φωτογραφικές σπουδές, δίδασκε ο Victor Burgin και η Μitra Tabrizian. Τότε, ειδικά στην Αγγλία, ο Burgin ήταν γνωστός ως ένας από τα μεγαλύτερα θεωρητικά ονόματα, ίσως το μεγαλύτερο στη φωτογραφία της δεκαετίας του 1980. Ο Burgin, εννοιολογικός και θεωρητικός καλλιτέχνης, συνδύαζε φωτογραφία και κείμενο και η επιρροή του στους φοιτητές ήταν μεγάλη. Όμως και η υπόλοιπη γραμμή της σχολής ήταν η προσέγγιση της φωτογραφίας από μια θεωρητική και κριτική γραμμή. Αυτή η γραμμή συμπεριελάμβανε τη φωτογραφία ντοκουμέντο/φωτογραφία δοκίμιο και μια σειρά από φωτογραφικές πρακτικές, όπως αυτή της σημειολογικής ανάλυσης της φωτογραφίας, που καθόρισε όλους εμάς που σπουδάσαμε εκείνα τα χρόνια. Η φωτογραφία που περνούσε μηνύματα μέσα από κείμενα/λέξεις ήταν το must όλων των εργασιών μας. Άλλες επιρροές ήταν φωτογράφοι, ονόματα κλασικά, όπως η Dorothea Lange, ο Αugust Sander, ο Walker Evans, ο Robert Frank, ο Lee Friedlander, ο Garry Winogrand, η Dianne Arbus, ο Joseph Koudelka, η Cindy Sherman.

- «Η Γη του πατέρα μου» σας έκανε γνωστή ως φωτογράφο εντός και εκτός συνόρων. Όταν ξεκινήσατε αυτό το project, με δεδομένο ότι δεν μεγαλώσατε στην Κρήτη, νιώθατε πως το κομμάτι της που αποκαλύπτεται στις φωτογραφίες σας αποτελεί κάτι δικό σας για το οποίο θέλατε να μιλήσετε ή κάτι που θέλατε να ανακαλύψετε μελετώντας το και φωτογραφίζοντας το;

Όταν ξεκίνησα τη «Γη του Πατέρα μου», τον Δεκέμβρη του 1988, ήδη έλειπα από την Ελλάδα 6 χρόνια. Τότε, σε σχέση με την ηλικία μου, ένοιωθα πως ήταν μεγάλο το διάστημα της απουσίας μου. Η «Γη του Πατέρα μου» ήταν προσωπική αναζήτηση και επιστροφή στις ρίζες μου, η προσπάθεια μου να καταλάβω τον τόπο καταγωγής μου, το μεγάλωμα μου, τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκα. Να καταλάβω τον τόπο που τόσο αγαπούσα, αλλά και που συνάμα ένοιωθα πως ως γυναίκα με καταπίεζε, με έπνιγε. Να μπω βαθύτερα στο τι γινόταν με όλο εκείνο το τόσο κλειστό περιβάλλον, που εγώ το ζούσα κάθε φορά που επισκεπτόμουν με τους γονείς μου τη μικρή κλειστή κοινωνία της Κρητικής ενδοχώρας. Ήταν η δική μου κριτική ματιά της ταυτότητάς μου μέσα από κείμενο και φωτογραφίες και πολύ χρόνο, μήνες μέσα στα χρόνια που πέρασα με τις θείες, τους θείους και τους άλλους χωριανούς. Επιλέγοντας συνειδητά την παραδοσιακή απεικόνιση που ταίριαζε με το γύρω μου περιβάλλον, παρουσίασα τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή. Μέσα από τα κείμενα που συχνά χρησιμοποιούσα, πρόσθεσα τη φωνή τους στη δική μου θέτοντας ερωτηματικά για τις προσδοκίες και τους πολιτισμικούς κανόνες της συγκεκριμένης εποχής.

- Στις δουλειές σας είναι φανερή η αυτοαναφορικότητα. Ξεκινώντας από το ««Η Γη του πατέρα μου» μέχρι το πρόσφατο «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς», πραγματεύεστε θέματα που έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η πατρίδα, η μετανάστευση, η αναζήτηση της ταυτότητας, θέματα που προφανώς απασχολούν κάθε άνθρωπο που ζει και εργάζεται μακριά από τον γενέθλιο τόπο. Πόσο λυτρωτικό είναι για εσάς να μιλάτε για όλα αυτά μέσα από τη δουλειά σας;

Δεν είμαι καλή στον προφορικό λόγο όταν έχω να εκφράσω βαθύτερα συναισθήματα. Νοιώθω ανασφάλεια να εκφραστώ προφορικά, σαν να μην βρίσκω τις λέξεις. Οι φωτογραφίες μου ήταν και παραμένουν για μένα ο τρόπος έκφρασης μου. Η φωνή στα συναισθήματα μου, στις δυσκολίες της ζωής μου, σε αυτά που όλοι μας, ειδικά εμείς που ζούμε μακριά από την γενέθλια γη, λίγο πολύ βιώνουμε. Πολύ συχνά εμείς που ζούμε μακριά, φαντάζουμε στα μάτια όσων έμειναν πίσω ως ‘τυχεροί. Μέσα από την δουλειά μου, προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση σε αυτήν την έννοια της ‘τύχης’ που συχνά ακολουθεί όλους εμάς που φύγαμε. Έννοιες όπως η πατρίδα, η ‘φυγή’, η μετανάστευση, η ταυτότητα, αποκτούν μια άλλη διάσταση όταν είσαι μακριά και οι φωτογραφίες μου ελπίζω πως ως ένα σημείο βοηθάνε στο να φανεί αυτή η άλλη πλευρά. Η λύτρωση για μένα έρχεται δίνοντας φωνή σε αυτά που συχνά δεν μπορώ να εξωτερικεύσω, αυτά που συχνά μοιάζουν άπιαστες και στενάχωρες έννοιες. Είναι μια λύτρωση που δεν την καταφέρνω πάντα...

- Τα project σας είναι κατά κανόνα ανθρωποκεντρικά και μακροχρόνια. Εκτός από τη φωτογράφηση, η έρευνα και η επαφή με τους φωτογραφιζόμενους φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική για εσάς. Ποιοι είναι οι λόγοι που σας έκαναν να επιλέξετε αυτόν τον τρόπο εργασίας;

Είναι βασικό για μένα να γνωρίζω τους ανθρώπους που φωτογραφίζω, δεν μου φτάνουν μόνο οι φωτογραφίες. Νοιώθω μια αμηχανία με τη δύναμη που έχω πίσω από μια μηχανή. Η φωτογραφική μηχανή, το ‘όπλο’ που κρατώ στα χέρια μου, με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα. Με το να τους γνωρίζω και να συμπεριλαμβάνω τα λόγια τους στις φωτογραφίες μου και με το να τους δίνω επιλογές νοιώθω πως τουλάχιστον έχουν λόγο στην απεικόνιση τους. Πιστεύω πως οι φωτογραφιζόμενοι αποκτούν μέσα από τις φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν τη δική τους φωνή.

- Μελετώντας τους ήρωες των ιστοριών σας, καταλαβαίνει κανείς ότι είστε ιδιαίτερα ευαίσθητη με την τρίτη ηλικία. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Εδώ και πάλι έχει να κάνει με προσωπικές εμπειρίες, αλλά και με την προσπάθεια μου να δώσω φωνή σε εκείνους που ζουν στο περιθώριο και έχουν ξεχαστεί από την πλειοψηφία. Σε προσωπικό επίπεδο ήθελα να δώσω κάτι πίσω στους ηλικιωμένους ανθρώπους στη χώρα που ζω. Επειδή δεν μπορούσα να προσφέρω τόσα όσα θα ήθελα στους γονείς μου, γιατί δεν ήμουν στην Ελλάδα, με έναν έμμεσο τρόπο τα πρόσφερα σε κάποιους άλλους ηλικιωμένους και δεν είχε σημασία που δεν ήταν οι γονείς μου. Ίσως να ακούγεται περίεργο, αλλά για μένα αυτός ο έμμεσος τρόπος δοσίματος ήταν πολύ λυτρωτικός, με βοήθησε να επεξεργαστώ τη θλίψη της απουσίας μου από την καθημερινή ζωή των γονιών μου. Πέρα από αυτό, πάντα νοιώθω μια συγκίνηση, ένα βαθύ συναίσθημα για την τρίτη ηλικία. Ανθρώπους που κάποτε ήταν σαν και εμάς και σήμερα είναι περιθωριοποιημένοι και ξεχασμένοι ως κάτι περιττό... Το βλέπω ως αδικία και οι φωτογραφίες μου προσπαθούν κάπως να απαλύνουν αυτήν την ανισότητα.

- Όσο είσαστε στην Ελλάδα, αλλά και αργότερα στο Λονδίνο, συνεργαστήκατε με ενημερωτικά έντυπα και περιοδικά ως φωτορεπόρτερ. Επίσης, επαγγελματικά, εκτός από τη διδασκαλία, ασχολείστε με διάφορα είδη φωτογραφίας όπως διαφημιστική φωτογραφία κ.λπ. Είναι εύκολο να συνδυάσει κάποιος τη δουλειά με την προσωπική έκφραση; Χρειάζεται να δημιουργεί στεγανά ανάμεσά τους ή να επενδύει στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και ανατροφοδότηση;

Δύσκολη ιστορία το να συνδυάζεις τα προς το ζην με τις προσωπικές σου επιθυμίες για διερεύνηση και τον απλήρωτο χρόνο που χρειάζεσαι όταν δουλεύεις σε τέτοιες εργασίες. Πολύ δύσκολη, θα έλεγα. Συχνά στο παρελθόν, ένοιωσα πως διάλεξα το λάθος μέσο έκφρασης, αφού η καθημερινή επιβίωση όταν έχεις πενιχρά οικονομικά μέσα είναι δύσκολη. Μεγαλώνοντας, έγινα λίγο πιο σοφή και έμαθα να ζω με τα οικονομικά μου μέσα, που ουσιαστικά δεν άλλαξαν σημαντικά. Συχνά, όταν με ρωτούσαν οι μαθητές μου για το επάγγελμα του φωτογράφου, δάγκωνα τα χείλη μου για να μην τους αποτρέψω λόγω των προσωπικών μου δυνατοτήτων. Είναι λίγο άνιση η μάχη του να προσπαθείς να τα φέρεις όλα βόλτα, αλλά με τον χρόνο κερδίζεις από τις διάφορες πρακτικές που σε βοηθάνε να ελίσσεσαι, να πας παραπέρα και που τελικά σου προσφέρουν οπτικές γωνίες που ποτέ δεν έβλεπες πριν.

- Ζώντας στο εξωτερικό και διατηρώντας μια σχετική αποστασιοποίηση από τα ελληνικά πράγματα, πώς θα χαρακτηρίζατε την κατάσταση της Ελληνικής Φωτογραφίας στις μέρες μας;

Νομίζω ότι η φωτογραφία στην Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ καλή πορεία. Υπάρχουν εξαιρετικοί φωτογράφοι, με ιδιαίτερα αξιόλογη δουλειά. Αν η χώρα μας ήταν ισχυρότερη ως παρουσία στον παγκόσμιο χάρτη, πάρα πολλοί από τους φωτογράφους αυτούς θα ήταν περισσότερο γνωστοί σε διεθνές επίπεδο. Παρόλα αυτά, πολύ συχνά βλέπουμε και ακούμε πολλούς Έλληνες φωτογράφους να δημιουργούν είτε ζουν Ελλάδα είτε εκτός συνόρων. Η πορεία τους είναι ανοδική. Κατά κάποιο τρόπο, η κρίση βοήθησε σε αυτό. Υπάρχει συνολικά μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και συχνά στην Αγγλία βλέπεις δημοσιεύσεις και εκθέσεις από Έλληνες φωτογράφους για τη σημερινή κατάσταση.

- Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από νέα παιδιά για τη φωτογραφία. Ποια συμβουλή θα τους δίνατε βάσει της εμπειρίας σας ως φωτογράφος, αλλά και ως διδάσκουσα φωτογραφία, όσον αφορά το δημιουργικό κομμάτι και τις σπουδές;

Ο επιμένων νικά είναι η πρώτη μου συμβουλή. Ποτέ μην εγκαταλείπετε, αν η φωτογραφία είναι αυτό που θέλετε να ακολουθήσετε. Όσο δύσκολο και νάναι. Η δεύτερη συμβουλή, είναι να συνδυάσετε αν είναι δυνατόν άλλους φωτογραφικούς τομείς: διδαχή, κάποιες εμπορικές δουλειές - στη δική μου περίπτωση τα τελευταία χρόνια είναι φωτογραφία δημοσίων σχέσεων (διαλέξεις, συνέδρια) - και μερικές φορές άλλα παρεμφερή καλλιτεχνικά όπως εκθέσεις ή βιβλία. Αν η φωτογραφία είναι το μοναδικό μέσο επιβίωσης, μην προσφέρετε τις φωτογραφίες σας χωρίς ανταμοιβή σε χώρους που κανονικά θα πρέπει να πληρώνουν. Το «θα δημοσιεύσουμε το όνομα σας» δεν σας εξασφαλίζει τα προς το ζην. Μη δίνετε τη δουλειά σας σε εμπορικούς χώρους/έντυπα χωρίς αμοιβή εκτός αν ‘κερδίσετε’ με κάποιο τρόπο από κάπου. Για 2 φωτογραφίες, μου πρόσφεραν 4 μέρες σε λουξ ξενοδοχείο στις Σπέτσες. Το να βγάλετε 300 φωτογραφίες για 3 μέρες διακοπών δεν είναι ανταμοιβή, είναι εκμετάλλευση. Μην πουλάτε την δουλειά σας φτηνά, αξίζετε πολύ περισσότερα απ’ ότι πιστεύετε. Αν κάποιες φορές, μερικές δουλειές που σας αναθέτουν δεν σας εκφράζουν, δείτε τις ως τρόπο για να συνεχίσετε με όλες τις υπόλοιπες που είναι σημαντικές για εσάς.

- Δουλεύετε κάποιο καινούριο project αυτή την εποχή;

Δουλεύω το project «4 Γενιές». Δυστυχώς, όχι ακριβώς όπως αρχικά το σκεφτόμουν. Όταν το ξεκίνησα, δεν ήξερα πόσο δύσκολο θα είναι να βρω οικογένειες με 4 γενιές. Επειδή ταξιδεύω για να βρω τις οικογένειες, δεν έχω τον χρόνο που θέλω για να μιλήσω στους ανθρώπους. Συχνά τις φωτογραφίες τις παίρνω πολύ βιαστικά, οι ίδιοι οι φωτογραφιζόμενοι έχουν ταξιδέψει από μακριά για να φωτογραφηθούν και δεν έχουν τον χρόνο να μου μιλήσουν. Ακριβώς το αντίθετο απ’ όλες τις προηγούμενες εργασίες μου... ακόμα δεν έχω κατασταλάξει πώς θα χειριστώ το ύφος της συγκεκριμένης δουλειάς, που έχει την αίσθηση της candid φωτογραφίας. Καταρρίπτω τις αρχές μου, που έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενη ερώτηση. ‘Κομπιάζω’ σε αυτήν την καινούργια για μένα πρακτική. Μου θέτει νέα ερωτηματικά για τη σχέση μου με τους φωτογραφιζόμενους και για το πώς θα συνεχίσω με ‘ανορθόδοξες’ για μένα πρακτικές...

http://www.katerinakalogeraki.com/