VIEWS & INTERVIEWS

"Σύντομο βιογραφικό

Ο Περικλής Αλκίδης, γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ηλεκτρονικός Μηχανικός. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία λειτούργησε αποκλειστικά ως μέσο προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Η πρώτη του σοβαρή φωτογραφική προσπάθεια έγινε την περίοδο 1980-81 κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας με τη σειρά «Στρατιωτικά Πορτρέτα». Είναι πιο γνωστός για το φωτογραφικό του έργο με τον ευρύτερο τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα», ένα έργο ζωής σε εξέλιξη, μια συνειδητή αυτοβιογραφική εξερεύνηση της προσωπικής του ταυτότητας. Υπήρξε μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών (Φ.Κ.Α) από το 1987. Έχει εκθέσει το έργο του εκτενώς στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό μέσω ατομικών και ομαδικών εκθέσεων."

Ο Περικλής Αλκίδης ανήκει στους νεότερους εκπροσώπους της «Σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας», η οποία κάνει αισθητή την παρουσία της από το τέλος της δεκαετία του ‘70, επιχειρώντας να ανατρέψει τη στασιμότητα, την απομόνωση και την άγνοια που επικρατούσαν στον Ελληνικό φωτογραφικό χώρο, αλλά και να καλύψει την έλλειψη ουσιώδους φωτογραφικής παραγωγής τη συγκεκριμένη περίοδο. Ακολουθώντας μια γενικότερη τάση των «Νέων Ελλήνων Φωτογράφων», μέσα από το αυτοβιογραφικό του έργο θίγει έμμεσα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη φύση της φωτογραφικής εικόνας. Η εκτενής χρήση του οικογενειακού φωτογραφικού αρχείου, η οποία συνοδεύει την έκθεση της ιδιωτικής οικογενειακής του ιστορίας, αποτελεί αναμφίβολα μια τολμηρή κίνηση για τα δεδομένα της εποχής.

Η πολύχρονη και εμμονική ενασχόληση τους Αλκίδη με το θέμα της υποκειμενικότητας της μνήμης, η ειλικρινής αναζήτηση της ταυτότητάς του και η ανάγκη για λύτρωση από τραύματα του παρελθόντος αναδεικνύουν την αυθεντικότητα και την αξία του έργου του. Πλέον, όταν αναφερόμαστε σε εκείνον θεωρούμε ευνόητο ότι μιλάμε για έναν από τους κύριους εκφραστές της οικογενειακής φωτογραφίας στην Ελλάδα και εμπνευστή πολλών μεταγενέστερων φωτογράφων. Ωστόσο, παρά την ιστορικότητά του, ο Περικλής Αλκίδης είναι απόλυτα συντονισμένος με το παρόν καθώς συνεχίζει με την ίδια δημιουργικότητα και αμείωτο ενδιαφέρον να εμπλουτίζει το φωτογραφικό του έργο εμβαθύνοντας στα μονοπάτια της τέχνης και της αυτογνωσίας. Η συνέντευξη που μας παραχώρησε φωτίζει πολλά σημεία της φωτογραφικής του πορείας και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό.

- Μέσα από τη δουλειά σας μαθαίνουμε ότι η επαφή σας με τη φωτογραφία ξεκίνησε από τα παιδικά σας χρόνια λόγω της ερασιτεχνικής ενασχόλησης του πατέρα σας με αυτή. Τι θυμάστε από τις πρώτες σας εμπειρίες ως φωτογραφιζόμενος και πότε νιώσατε την ανάγκη να περάσετε πίσω από την κάμερα;

Δεν θα αποκαλούσα τον πατέρα μου ερασιτέχνη φωτογράφο, γιατί δεν φωτογράφιζε συνειδητά και με άποψη. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι είχε αισθητική όσον αφορά το κάδρο και πρόσεχε το φωτισμό. Αυτό που νομίζω ότι τον ενδιέφερε, ήταν να κρατάει ένα οικογενειακό οπτικό ημερολόγιο, το οποίο αρχειοθετούσε ευλαβικά. Πίσω από κάθε φωτογραφία σημείωνε τοποθεσία και ημερομηνία λήψης. Ασυναίσθητα λοιπόν, μου κληροδότησε ένα καλά τεκμηριωμένο οικογενειακό αρχείο, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δουλειά μου. Από αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, αλλά και προσεκτική παρατήρηση φωτογραφιών που συνήθως δεν είχαν «περάσει» στα οικογενειακά άλμπουμ, διαπίστωσα ότι η διαδικασία φωτογράφισης στην οποία μας υπέβαλε υποχρεωτικά ο πατέρας μου δεν ήταν από τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής μου. Εκτός του ότι έπρεπε να κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά συνήθως κόντρα σε έναν εκτυφλωτικό ήλιο και μέχρι να κάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις στη φωτογραφική του μηχανή, μια πτυσσόμενη Welta Symbol 6x9, έπρεπε να είμαι χαμογελαστός και να φαίνομαι υποχρεωτικά χαρούμενος. Αν δεν του έκανα τη χάρη, έβαζε τις φωνές γιατί χαλούσε άσκοπα τις πόζες του φιλμ. Θετική όμως ανάμνηση έχω από τις φορές που περνούσε απ’ το σπίτι μας ο φίλος και συγχωριανός του πατέρα μου απ’ τη Μικρά Ασία, φωτορεπόρτερ Ευριπίδης Μάρτογλου, που είχε μαζί με άλλους το πρακτορείο Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ. Ήταν ένας μικροκαμωμένος πράος άνθρωπος που ερχόταν συνήθως Κυριακές μετά από τη δουλειά για να δει τους γονείς μου και με την ευκαιρία έβγαζε και καμιά οικογενειακή φωτογραφία. Θυμάμαι ότι με εντυπωσίαζε ο βαρύς φωτογραφικός εξοπλισμός που κουβαλούσε μαζί του.

Στις πρώτες μου διακοπές μετά το τέλος του σχολείου το καλοκαίρι του 1972, δανείστηκα μια μηχανή Praktika, με την οποία απαθανάτισα στιγμιότυπα από τη νότια Κρήτη. Μετά έμπλεξα με μία παρέα συμφοιτητών μου στη σχολή Ηλεκτρονικών που φοιτούσα, οι οποίοι εκτός από την αναπαραγωγή ήχου υψηλής πιστότητας, είχαν πάθος και με τη φωτογραφική εικόνα. Έτσι σταδιακά μυήθηκα στον θαυμαστό κόσμο της φωτογραφίας και του σκοτεινού θαλάμου που με μάγεψε.

- Ποια ήταν τα φωτογραφικά σας ενδιαφέροντα ως νέος φωτογράφος και με τι είδους θέματα ασχοληθήκατε στο ξεκίνημα της φωτογραφικής σας πορείας;

Το 1975 έφυγα για να συνεχίσω τις σπουδές του Ηλεκτρονικού Μηχανικού στην Αγγλία. Το πάθος μου όμως για τη φωτογραφία ήταν τέτοιο που πολλοί είχαν την εντύπωση ότι πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω φωτογραφία. Εκεί είχα την ευκαιρία για πρώτη φορά να επισκεφτώ φωτογραφικούς χώρους όπως η Photographer’s Gallery στο Λονδίνο, η οποία περιλάμβανε και ένα εξαιρετικά ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, είδα εκθέσεις και μελέτησα φωτογραφικά βιβλία και λευκώματα που με βοήθησαν σε ένα μεγάλο βαθμό να διαμορφώσω άποψη και αισθητική περί φωτογραφίας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1979 υπηρέτησα τη στρατιωτική μου θητεία. Αυτή ήταν και η αφορμή για την πρώτη μου ολοκληρωμένη φωτογραφική σειρά με πορτραίτα συναδέλφων μου απ’ το στρατό. Το φθινόπωρο του 1981, όταν είχα πλέον απολυθεί απ’ το στρατό, αποφάσισα να πάρω υπό μάλης τη σειρά με τα «Στρατιωτικά Πορτραίτα» και να τα δείξω στους ανθρώπους που πλαισίωναν το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών (Φ.Κ.Α), το οποίο αποτελούσε την εποχή εκείνη τη σημαντικότερη εστία για την ανάδειξη της δημιουργικής φωτογραφίας στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες μου άρεσαν και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία για την πρώτη μου ατομική έκθεση το 1982. Στη συνέχεια έγινα μέλος του Φ.Κ.Α. το 1987 και παρέμεινα μέχρι τη διακοπή λειτουργίας του το 2004. Μέχρι το 1986 που ξεκίνησα τις πρώτες εικόνες από τη σειρά «Οικογενειακά Πορτραίτα», ασχολήθηκα κυρίως με αυτό που ονομάζουμε φωτογραφία δρόμου με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό ντοκουμέντο. Παρατηρώντας από απόσταση χρόνου τις φωτογραφίες αυτές θα έλεγα ότι από τότε το ενδιαφέρον μου επικεντρωνόταν στην απεικόνιση και την κριτική θεατρικών μεταφορών, ρόλων και συμπεριφορών.

- Ποια ήταν η κατάσταση της Ελληνικής Φωτογραφίας εκείνη την εποχή;

Την εποχή πριν φύγω για την Αγγλία, δηλαδή μεταξύ 1972 και 1975 όταν έκανα τα πρώτα μου φωτογραφικά βήματα, το τοπίο ήταν φτωχό και μίζερο. Οι σημαντικοί Έλληνες φωτογράφοι της παλιότερης γενιάς μου ήταν άγνωστοι, φωτογραφικά βιβλία και περιοδικά δεν κυκλοφορούσαν. Το κράτος αγνοούσε παντελώς τη φωτογραφία όπως και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες, φωτογραφική παιδεία δεν υπήρχε ενώ η φωτογραφία που προωθούνταν ως καλλιτεχνική ήταν τελείως απλοϊκή και περιγραφική. Η πενιχρή καλλιτεχνική παραγωγή, ασφυκτιούσε κάτω από ένα συντηρητικό ιδεολόγημα του ερασιτεχνικού που αναπαρήγαγε κάθε στερεότυπη γραφικότητα αποφεύγοντας να αγγίξει τα ουσιαστικά κοινωνικά θέματα της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Όμως το 1979 που επέστρεψα στην Ελλάδα, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς. Κατ’ αρχάς είχε δημιουργηθεί το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, που σηματοδότησε τη γέννηση της Νέας Ελληνικής Φωτογραφίας παίζοντας έναν σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση ενός κυρίαρχου ρεύματος στην δημιουργική φωτογραφία τη στείρα εκείνη εποχή. Έγινε ο χώρος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονταν για τη δημιουργική φωτογραφία. Παρουσίαζε αφιλοκερδώς τη δουλειά όλων σχεδόν των Ελλήνων φωτογράφων που αργότερα αποτέλεσαν τον κορμό της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας. Μέσα στις δυόμιση δεκαετίες λειτουργίας του έφερε πολύ σημαντικές εκθέσεις από το εξωτερικό, διοργάνωσε προβολές, διαλέξεις, συναντήσεις με ξένους φωτογράφους και δημιούργησε το πρώτο αρχείο καταγραφής της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας σε ψηφιακή μορφή. Παράλληλα, την εποχή εκείνη άρχισε να κυκλοφορεί ευρέως και το φωτογραφικό περιοδικό «Φωτογραφία» και αργότερα το «Camera International», με εκδότη τον Σταύρο Μωρεσόπουλο. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και η διοργάνωση των πρώτων Ελληνικών φεστιβάλ φωτογραφίας όπως το «Parallaxis» στη Θεσσαλονίκη το 1985, που μετεξελίχτηκε σε «Φωτογραφική Συγκυρία» το 1988, καθώς και ο «Διεθνής μήνας Φωτογραφίας» στην Αθήνα.

- Υπάρχουν άνθρωποι (καλλιτέχνες και μη) που σας επηρέασαν και σας ενέπνευσαν με τη ζωή και το έργο τους;

Ανάλογα την εποχή και τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες, φυσικά και επηρεάστηκα συνειδητά ή υποσυνείδητα από ανθρώπους που σχετίστηκα καθώς και καλλιτέχνες από όλο το φάσμα των τεχνών, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο κ.λπ. Όλες αυτές οι επιρροές με βοήθησαν να ωριμάσω ως άνθρωπος και κατ’ επέκταση ως καλλιτέχνης. Με βοήθησαν να γίνω κοινωνικά ευαίσθητος. Είχα τη δυνατότητα να ξεφυλλίσω πολλά φωτογραφικά βιβλία αφού το διαδίκτυο δεν ήταν διαθέσιμο την εποχή που ωρίμαζα καλλιτεχνικά, τα οποία αγάπησα πολύ και τα θεωρώ το καταλληλότερο μέσο αναπαραγωγής της φωτογραφικής εικόνας. Εστιάζοντας σε συγκεκριμένους φωτογράφους, θα έλεγα ότι στα πρώτα μου βήματά πέραν των κλασσικών (Walker Evans, Paul Strand, Robert Frank, August Sander κ.ά.) με επηρέασε ο τρόπος που προσέγγιζαν τα θέματά τους μεταξύ άλλων και ο Bruce Davidson, ο Martin Parr και κυρίως η Diane Arbus. Δειγματοληπτικά, θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στον Duane Michals και την ένταξη του γραπτού λόγου στη δουλειά του πάνω στο φαντασιακό, καθώς και στην Taryn Simon για την τυπολογία που επέλεξε για να αφηγείται ανθρώπινες ιστορίες.

- Πώς ξεκινήσατε να φωτογραφίζετε την οικογένειά σας;

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, την εποχή που η αντιπαράθεση με τους γονείς μου και κυρίως με τον πατέρα μου είχε πλέον καταλαγιάσει, επινόησα ένα αυθόρμητο, «θεατρικό» θα έλεγα παιχνίδι, που στηρίχτηκε σε προφανείς συλλογισμούς πάνω στη μνήμη και το χρόνο και κατέληξε να συνδέσει τις φωτογραφίες που προέκυψαν με την πρακτική της ψυχοθεραπείας.

Τα αδέλφια μου κι εγώ είχαμε πλέον τις οικογένειές μας, τις δουλειές μας και την καθημερινότητά μας. Το πατρικό μου στη Κυψέλη, όπου έμεναν μόνοι τους πλέον οι γονείς μου, αποτελούσε ακόμα κέντρο συνάντησης όλης της οικογένειας με αφορμή κάποιο Κυριακάτικο ή γιορτινό τραπέζι. Όλες οι ενοχές και η έλλειψη αυτοεκτίμησης που κληρονόμησα από τα παιδικά μου χρόνια – ότι δηλαδή θα έπρεπε να τιμωρηθώ διότι ως πρωτότοκος γιός δεν ήμουν ικανός να εκπληρώσω τις προσδοκίες που έτρεφε για μένα ο πατέρας μου- με έκαναν να είμαι ακόμα θυμωμένος μαζί του. Αλλά την ίδια στιγμή σκεφτόμουν πως ήταν πια μεγάλος σε ηλικία όπως και η μητέρα μου, χωρίς να μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία επάνω μου. Ο κάποτε δυνατός και σκληρός πατέρας, είχε πλέον μεταμορφωθεί σε ένα ακίνδυνο ζωάκι.

Κάποιες φορές, σαν βοήθημα της μνήμης, κυρίως η μητέρα μου αλλά συχνά και η αδελφή μου, έφερναν στο τραπέζι παλιές οικογενειακές φωτογραφίες που μας εμφάνιζαν ως μια χαρούμενη, ευτυχισμένη και αξιοπρεπή οικογένεια. Αφηγούνταν ιστορίες από το παρελθόν τόσο ωραιοποιημένες, που στ’ αυτιά μου ηχούσαν σαν να αναφερόντουσαν σε κάποια άλλη οικογένεια και όχι στη δική μας, αποσιωπώντας τις πάμπολλες στιγμές έντασης, προσβολών, απαξίωσης, ή βίαιης συμπεριφοράς που ασκούσε συνήθως ο πατέρας μου. Οι πρωταγωνιστές των φωτογραφιών αυτών ήταν όλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι. Σκέφτηκα λοιπόν να εκμεταλλευτώ τη συγκυρία. Ζήτησα διακριτικά από τα μέλη της οικογένειάς μου να υποδυθούν τους εαυτούς τους σε κάποια από τα παλιά στιγμιότυπα και να επαναλάβω εκείνες τις φωτογραφίες, με τα ίδια ακριβώς πρόσωπα πολλά χρόνια αργότερα, σε μία υποσυνείδητη προσπάθεια να είμαι εγώ πλέον ο σκηνοθέτης στην οικογενειακή μου ιστορία. Εξάλλου, πάντα έβλεπα την οικογένεια ως «θέατρο», ως μία «σκηνή», ένα χώρο όπου οι άνθρωποι «παίζουν» ρόλους. Η συμμετοχή μου σ’ αυτό το θεατρικό δρώμενο και η ίδια πρόκληση προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ήταν αυτό που μου προκαλούσε το ενδιαφέρον.

- Μετά τη δημοσίευση του πρώτου ασπρόμαυρου μέρους της δουλειάς με τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα», ποια ήταν η αντίδραση των μελών της οικογένειάς σας σε σχέση με την προθυμία τους να φωτογραφηθούν ξανά; Ήταν δεκτικοί ή αντέδρασαν αρνητικά; Παρατηρούμε ότι στα επόμενα μέρη του έργου σας τα πορτρέτα των οικείων σας μειώνονται σε σχέση με τις φωτογραφίες αρχείου που αρχίζουν να αυξάνονται και να αξιοποιούνται δημιουργικά.

Το 1991 παρουσίασα την ενότητα «Οικογενειακά Πορτραίτα», όπως είχαν διαμορφωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε μια έκθεση στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα, χωρίς να το γνωστοποιήσω στους οικείους μου, γιατί φοβόμουν μήπως πάψουν να είναι συνεργάσιμοι και εγώ χάσω τους πρωταγωνιστές μου σ’ αυτή τη φωτογραφική ιδέα. Για κακή μου τύχη όμως, την έκθεση επισκέφτηκε απρόσκλητος ο πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, ένας άνθρωπος καλλιεργημένος και φιλότεχνος, που προφανώς από κάπου το είχε πληροφορηθεί. Μια απ’ τις επόμενες μέρες επικοινώνησε με την μητέρα μου για να τις μεταφέρει τις πολύ θετικές του εντυπώσεις από την έκθεση! Σχολιάζοντας λοιπόν κάποια από τα δίπτυχα της έκθεσης αναφέρθηκε και στο πορτραίτο της, αυτό με τον τεράστιο φιόγκο στα μαλλιά και το περιστέρι στα χέρια. Παρά τις εξηγήσεις που της έδωσα επιστρατεύοντας ότι καλλιτεχνικό επιχείρημα μπορούσα να σκεφτώ, η μητέρα μου δεν πείστηκε και θεώρησε ότι την εξέθετα παρουσιάζοντάς την σε αυτές τις αλλοπρόσαλλες πόζες. Η δημοσιοποίηση λοιπόν των φωτογραφιών εκείνων, ήταν η αιτία που οι γονείς μου αρνήθηκαν να συνεχίσουν να ποζάρουν και να υποδύονται τους εαυτό τους στα παλιά φωτογραφικά στιγμιότυπα. Έτσι, εκ των πραγμάτων αναγκάστηκα πλέον να συνεχίσω τη δουλειά πάνω στα οικογενειακά χωρίς τη φυσική τους παρουσία, φωτογραφίζοντας αρχικά κυρίως αντικείμενα που μου έφερναν στη μνήμη στιγμές από τα παιδικά μου χρόνια παρουσιάζοντάς τα σε σύζευξη με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες αρχείου, υλοποιώντας ένα ταξίδι του φαντασιακού που κατέληξε στην ενότητα «Παράλληλες Εικόνες». Αφορμή για την επόμενη ενότητα, «Μια Οικογενειακή Ιστορία», στάθηκε μια σειρά καρτ-ποστάλ που συγκέντρωσα και οι οποίες είχαν ανταλλαγεί μεταξύ μελών της οικογένειάς μου. Αυτή τη φορά η μεταχείριση του υλικού μου ήταν πιο σύνθετη αντιπαραβάλλοντας φωτογραφίες αρχείου με δικά μου σχόλια σε μία διορθωτική αφήγηση των αναμνήσεών μου και κατά συνέπεια, της ίδιας της ζωής μου. Στην πιο πρόσφατη ενότητα «Απογραφή» η χρήση αρχειακού υλικού έγινε ακόμα πιο σύνθετη και εκτεταμένη.

- - Μελετώντας το αυτοβιογραφικό σας έργο έχω την εντύπωση ότι η φωτογραφία λειτούργησε ως ένας στίβος αντιπαράθεσης ανάμεσα σε εσάς και τον πατέρα σας. Το δικό σας φωτογραφικό οικογενειακό αφήγημα είναι εντελώς διαφορετικό και σαφώς επικρατεί του στερεότυπου δικού του. Φυσικά, αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι εσείς περάσατε από το ερασιτεχνικό στάδιο στο επίπεδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και στο ότι αποτελεί τον κύριο στόχο σας. Τι ακριβώς σημαίνει για εσάς η επαναδημιουργία της οικογενειακής σας ιστορίας;

Το θέμα που διατρέχει την ενασχόλησή μου με την αυτοβιογραφική οικογενειακή φωτογραφία για πάνω από 30 χρόνια, είναι αυτό της μνήμης ως μίας υποκειμενικής ερμηνείας των πραγματικών γεγονότων και όχι ως η αντικειμενική καταγραφή τους. Όπως έχει πει ο Gabriel Garcia Marquez: «Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί» και νομίζω ότι εκφράζει απόλυτα την ουσία της δουλειάς μου πάνω διαχείριση της μνήμης. Σίγουρα η μνήμη μας είναι επιλεκτική, φιλτράρει τα πραγματικά γεγονότα με βάση προσωπικά μας βιώματα, ασυναίσθητα όμως αντλεί στοιχεία και από το υποσυνείδητο και τελικά διαμορφώνεται με βάση απολύτως υποκειμενικά κριτήρια. Εξάλλου στα οικογενειακά άλμπουμ ποτέ δεν δηλώνεται τι έχει προηγηθεί ή ακολουθήσει ενός φωτογραφικού στιγμιότυπου. Η μνήμη καλείται να το συμπληρώσει και συχνά να το ανατρέψει. Να αποκαλύψει ενδεχομένως το τι κρύβεται πίσω απ’ τη βιτρίνα αφού τα οικογενειακά άλμπουμ εν γένει παίζουν το ρόλο βιτρίνας της οικογενειακής αφήγησης. Το δικό μου φωτογραφικό οικογενειακό αφήγημα αμφισβητεί τα τελετουργικά στερεότυπα της οικογένειάς μου, προσπαθώντας να τα ανατρέψει και να αποκαλύψει τα «μυστικά και ψέματα» της οικογενειακής ζωής και της αναπαράστασής της, κάτι που προσωπικά με λυτρώνει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επανατοποθετώ τον εαυτό μου μέσα στην «παράσταση» αρχικά οπτικά, αλλά σε μεταγενέστερες ενότητες και λεκτικά με την προσθήκη προσωπικών σχολίων, σε μια προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης του ρόλου μου. Έχοντας περάσει μια δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία αντιμέτωπος με έναν θυμωμένο και πολλές φορές βίαιο πατέρα, επειδή όπως ανέφερα επιγραμματικά σε προηγούμενή σας ερώτηση, βάσει των δικών του προτύπων δεν φαινόταν να ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του, είχα την τύχη να εκφράσω μέσα απ’ τη φωτογραφία τα αισθήματα θυμού και θλίψης που με διακατείχαν, τη διαδικασία της εκδίκησης, της συγχώρεσης και τελικά της λησμονιάς. Στο σύνολό της η ενασχόλησή μου με την Οικογενειακή Φωτογραφία, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα συνεχές αυτοπορτραίτο που αντανακλά την ανάγκη μου να εξερευνήσω, να κατανοήσω και να μεταβολίσω ένα μισοξεχασμένο, μισοεπινοημένο παρελθόν μέσω του οποίου προσπαθώ να διαχειριστώ τα συναισθήματα ανεπάρκειας, απόρριψης και φόβου με καταβολές στα επώδυνα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας. Αποτελεί νομίζω μία προσπάθεια αποδόμησης της μνήμης σε αναζήτηση της προσωπικής μου ταυτότητας και αυτοαντίληψης. Μια προσπάθεια να φωτίσω τη συνήθως αθέατη πλευρά της οικογενειακής παθογένειας και να βάλω τη μνήμη μου σε μια «τάξη».

- - Όπως ήδη μας είπατε, από τη στιγμή που ξεκινήσατε να χρησιμοποιείτε και να φωτογραφίζετε το οικογενειακό αρχείο, η δουλειά σας γινόταν σταδιακά όλο και πιο σύνθετη. Στην απογραφή για παράδειγμα, προστέθηκαν επιπλέον αντικείμενα, ενθύμια κ.λπ. Πόσο δύσκολο ήταν να δαμάσετε όλο αυτό το υλικό ώστε να στήσετε μια άρτια δομημένη και σύνθετη αφήγηση;

Έχετε δίκιο. Με την πάροδο του χρόνου άρχισα σχεδόν ασυναίσθητα να χρησιμοποιώ και να φωτογραφίζω αντικείμενα, ενθύμια, αλληλογραφία κ.ά. που βρήκα στο πατρικό μου σπίτι με τη βεβαιότητα ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα διαφύλασσα στη μνήμη μου τα πρόσωπα των οικείων μου και την ουσία της σχέσης μου με αυτά, περισσότερο και καλύτερα από τις ίδιες τις αναμνηστικές τους φωτογραφίες.

Η τελευταία ενότητα της δουλείας μου πάνω στα οικογενειακά με τον τίτλο «Απογραφή» είναι όντως πιο σύνθετη σε σχέση με τις προηγούμενες. Η ιδέα μου ήρθε σταδιακά. Αρχικά μίλησε το συναίσθημα. Η πρώτη επίσκεψη στο πατρικό μου αμέσως μετά το θάνατό της μητέρας μου ήταν ένα συναισθηματικό σοκ για μένα: μόνος σε ένα σπίτι στο οποίο μέχρι πριν λίγες μέρες ζούσε εκείνη μαζί με τη γυναίκα που τη βοηθούσε και τώρα ήταν άδειο από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Ο χρόνος είχε παγώσει. Δύο άπλυτα πιάτα και ένα μπρίκι στο νεροχύτη, κάποια απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι χωρίς να υπάρχει πλέον ο άνθρωπος να τα φορέσει. Προσωπικά αντικείμενα και ρούχα της αφημένα στο μπάνιο και στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι της. Η πολυθρόνα με το μαξιλάρι και το σάλι της ήταν ακόμα εκεί στην αγαπημένη της θέση δίπλα στη μπαλκονόπορτα. Το βλέμμα μου έπεσε στις ντουλάπες της. Τις άνοιξα και είδα το κουτί με τα ραφτικά της, τις δαχτυλήθρες και κείνο το ξύλινο αυγό που μαντάριζε τις κάλτσες μας όταν ήμασταν μικροί. Στη μεσαία ντουλάπα ήταν το σίδερο και κάποια από τα παπούτσια της. Στην αριστερή ντουλάπα είχε τα ρούχα της. Κάποια απ’ αυτά μέσα σε πλαστικές σακούλες αφού δεν τα χρησιμοποιούσε πια, γιατί σπάνια έβγαινε απ’ το σπίτι. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν ακόμα στρωμένο με το εμπριμέ μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο.

Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης που αναγκαστικά ακολούθησε, ανακάλυψα στα συρτάρια, τα ντουλάπια, τις τσάντες κ.λπ. μία «κιβωτό οικογενειακών πληροφοριών» από προσωπικά αντικείμενα, ντοκουμέντα και ενθύμια. Αρχικά κατέγραψα λεπτομερώς το περιεχόμενο τους και στη συνέχεια τα φωτογράφησα χωρίς ακόμα να ξέρω πώς θα το χρησιμοποιήσω δημιουργικά. Η ιδέα για την υλοποίηση της σειρά «Απογραφή» ήρθε λίγο αργότερα και μετά από αρκετή σκέψη και πειραματισμούς. Με αφετηρία κάποιο από τα ευρήματα αυτά, ξετυλίγω την ιστορία της οικογένειάς μου και των άμεσα συγγενών μου που πορεύονται παράλληλα με σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Κάτω από κάθε φωτογραφική σύνθεση παραθέτω δικά μου κείμενα με επεξηγήσεις, σχόλια και περιγραφές άλλοτε τεκμηριωτικής και άλλοτε συναισθηματικής φύσης. Συνθέτοντας έναν προσωπικό αφηγηματικό ιστό, περιπλέκω τις ιστορίες των μελών της οικογένειάς μου και τις διαδρομές της ζωής τους, προσπαθώντας να φωτίσω τις σχέσεις, τις επιδράσεις και τις επιρροές που διαμόρφωσαν τελικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Παράλληλα, στα έργα αυτά αιωρούνται διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την απώλεια, το φόβο για το γήρας και το θάνατο.

- Η οικογενειακή δουλειά σας πέρα από τον αυτοβιογραφικό της χαρακτήρα σκιαγραφεί μια γενικότερη εικόνα της Ελληνικής αστικής οικογένειας του περασμένου αιώνα που ίσως δεν έχει αλλάξει τόσο δραματικά όσο νομίζουμε. Πόσο επηρέασε το γεγονός αυτό τον ρόλο σας ως πατέρα;

Πράγματι, η γενικότερη εικόνα της Ελληνικής οικογένειας δεν έχει αλλάξει τόσο δραματικά όσο νομίζουμε σε σχέση με αυτή του περασμένου αιώνα. Τα στερεότυπα συνεχίζουν να επιβάλουν, συνήθως μέσα από ένα αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος, φροντίδας και ταυτόχρονα ανησυχίας των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους, μια καλά κρυμμένη τάση εξουσίας που συντελείται με τέτοιο τρόπο που κάνουν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους. Οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη των παιδιών τους, πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν μεταξύ τους, όπως των δασκάλων, των αφεντικών, των πολιτικών. Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζει συνήθως το παιδί σαν ένα ανάπηρο κοινωνικά άτομο που χρειάζεται χειραγώγηση, για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον "αγώνα" της ζωής. Σ΄ αυτό τον "αγώνα" οι γονείς δεν του επιτρέπουν είτε με την υπέρ-προστατευτικότατα είτε με την αδιαφορία τους, να γνωρίσει τον εαυτό του ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει την καθημερινότητά του με τη σημασία που το ίδιο θα της απέδιδε από την εμπειρία του μέσα σε αυτή.

Κρίνοντας εξ ιδίων, νομίζω ότι άνθρωποι που στην παιδική τους ηλικία έχουν αισθανθεί απόρριψη και βία από τους ίδιους τους γονείς τους αντί αγάπη και αποδοχή, όταν γίνουν οι ίδιοι γονείς εύκολα φτάνουν στο άλλο άκρο εφαρμόζοντας ασυναίσθητα μια πολύ ανεκτική διαπαιδαγώγηση προς τα παιδιά τους, η οποία συνήθως οδηγεί σε λάθος αποτελέσματα. Πάντως, με την αυτογνωσία που μου πρόσφερε η μακρόχρονη ενασχόλησή μου με την οικογενειακή φωτογραφία που καθόλου τυχαία δεν ήταν, προσπάθησα ως πατέρας πλέον να μην αναπαράγω τα στερεότυπα της τυπικής Ελληνικής οικογένειας στην ανατροφή των παιδιών μου. Προφανώς βέβαια, υπέπεσα σε άλλου είδους λάθη. Το πόσο καλά τα κατάφερα είναι μια άλλη ιστορία που ενδεχομένως θα την αφηγηθούν μελλοντικά άλλοι.

- Από τα λίγα δείγματα που υπάρχουν (κυρίως σε βιβλία) φαίνεται ότι συνεχίζετε να φωτογραφίζετε και τη δική σας οικογένεια. Με ποιο τρόπο χτίζετε αυτό το νέο κομμάτι του οικογενειακού αφηγήματος και πόσο σημαντικό είναι για εσάς; Σκοπεύετε να το παρουσιάσετε κάποια στιγμή στο μέλλον;

Φωτογραφίες της δικής μου οικογένειας άρχισα να τραβάω από το 1980 όταν η κόρη μου ήταν ακόμα στη κοιλιά της μητέρας της. Δεν βίωσα ωστόσο αρκετά την καθημερινότητά της λόγω του σχετικά σύντομου χωρισμού μας. Αυτό όμως έγινε με τον γιό μου που γεννήθηκε το 1999 και με τον οποίο μοιράστηκα την καθημερινότητα μέχρι το 2013. Από τα χρόνια αυτά μαζεύτηκε αρκετό φωτογραφικό υλικό. Κατά συνέπεια είναι πολύ σημαντικό για μένα, μετά τις τέσσερεις ενότητες της δουλείας μου που αφορούν στην οικογένεια που δημιούργησαν οι γονείς μου και σχετίζονται με την παιδική μου ηλικία, να παραθέσω το δικό μου «αφήγημα» που θα πραγματεύεται το οικογενειακό άλμπουμ της δικιάς μου οικογένειας και θα αφορά στην ενήλικη ζωή μου. Θα περιέχει φωτογραφίες που τράβηξα συνειδητά με ένα όμως διαφορετικό σκεπτικό που προσδοκώ ότι θα ανατρέπει τα κλισέ, θα «αποκαλύπτει» παρά θα «αποκρύπτει». Έχοντας πλέον πλήρη συνείδηση της διαδικασίας παραγωγής ενός οικογενειακού λευκώματος, θα προσπαθήσω να αφήσω στα παιδιά μου τελείως διαφορετικές εικόνες: απολύτως σκηνοθετημένες, στις οποίες η παράσταση και οι ρόλοι παίζονται συνειδητά εξαρχής.

Φυσικά και θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον κάτι ολοκληρωμένο σχετικά με αυτή τη δουλειά που όμως ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της διαμόρφωσης και δεν έχει λάβει την τελική της μορφή.

- Οι περισσότεροι γνωρίζουν κυρίως το έργο σας με τον γενικότερο τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα». Υπάρχουν άλλα θέματα που σας απασχολούν και τα οποία φωτογραφίζετε παράλληλα;

Όπως ανέφερα και στην αρχή της συνέντευξης, στα πρώτα μου βήματα με γοήτευσε κυρίως αυτό που ονομάζουμε φωτογραφία δρόμου με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό ντοκουμέντο, πράγμα που ποτέ δεν εγκατέλειψα. Πάντα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι και με γοήτευε η διαφορετικότητά τους. Η φωτογραφία μου άνοιξε πόρτες και με διευκόλυνε να εισχωρήσω σε ανθρώπινες καταστάσεις, αλλά ταυτόχρονα μου επέτρεπε να κρατάω και τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας με το να κρύβομαι πίσω απ’ την ιδιότητα του φωτογράφου. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι ποτέ δεν ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη φωτογραφία με την έννοια του βιοπορισμού όπως έκαναν οι περισσότεροι γνωστοί φωτογράφοι της γενιάς μου. Ως εκ τούτου φωτογράφιζα στον ελεύθερο μου χρόνο, που συνήθως ήταν πολύ περιορισμένος και κατά συνέπεια, οι φωτογραφίες μου είχαν άμεση σχέση με τα ενδιαφέροντά μου. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας το 1980-81 φωτογράφησα όπως σας είπα τους συναδέλφους μου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 φωτογράφισα ανθρώπους που συμμετείχαν σε αποκριάτικους εορτασμούς και το Κυριακάτικο παζάρι στο Μοναστηράκι. Παράλληλα με το ενδιαφέρον μου για την οικογενειακή φωτογραφία και τη συνεχή φωτογράφιση των οικείων μου, φωτογράφισα ανθρώπους σε κέντρα διασκέδασης, σε παραλίες, σε πολιτικές συγκεντρώσεις, ανθρώπους που σχετίστηκα ή συνάντησα στη καθημερινότητά μου και στη δουλειά μου, σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές φίλων, συναδέλφων και γνωστών, ανθρώπους που συνάντησα στην Ελληνική επαρχία αλλά και στο εξωτερικό μέσα από τα επαγγελματικά μου ταξίδια ή κατά τη διάρκεια των διακοπών μου. Φωτογραφίζω τοπία από όλα τα μέρη που ταξιδεύω, φωτογραφίζω τις δραστηριότητες των ανθρώπων και το μεταβαλλόμενο νησιωτικό τοπίο στη Σέριφο που έχω σπίτι, για πάνω από τριάντα χρόνια κ.ο.κ. Πολλές φορές επανέρχομαι στην ίδια θεματολογία ξανά και ξανά κατά στο πέρασμα του χρόνου. Η Φωτογραφία λοιπόν για μένα λειτουργούσε και λειτουργεί ακόμα, σαν ένα οπτικό ημερολόγιο της ζωής μου με απόλυτα αυτοβιογραφικές αναφορές ανάλογα τη φάση στην οποία βρίσκομαι την κάθε χρονική περίοδο.

- Είστε ένας καταξιωμένος φωτογράφος εντός και εκτός συνόρων. Η δουλειά σας έχει εκτεθεί και παρουσιαστεί επανειλημμένα, ωστόσο δεν υπάρχει παρά ένα ελάχιστο δείγμα από αυτή στο διαδίκτυο για τους σπουδαστές και τους μελετητές της φωτογραφίας. Σκέφτεστε να την αναρτήσετε κάποια στιγμή σε μια προσωπική ιστοσελίδα;

Τα χρόνια που ήμουν σε εξηρτημένη σχέση εργασίας, είχα περιορισμένο ελεύθερο χρόνο. Έτσι επέλεξα να ρίξω το βάρος μου στο να είμαι φωτογραφικά όσο το δυνατόν πιο παραγωγικός, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι από τη φύση μου είμαι αρκετά τεμπέλης. Αυτός είναι ένας απ’ τους λόγους που η δημιουργία μιας προσωπικής ιστοσελίδας πήγε πίσω. Άλλος λόγος ήταν ότι μέχρι το 2007 φωτογράφιζα με αναλογική μηχανή και ως εκ τούτου μεγάλο μέρος του αρχείου μου έπρεπε να ψηφιοποιηθεί και να γίνει επεξεργασία των εικόνων απ’ την αρχή. Επιπλέον, απαιτείται να γίνουν οι απαραίτητες μεταφράσεις των κειμένων και των σχολίων που αποτελούν μέρος των έργων μου σε αρκετές από τις δουλείες μου, κάτι που χρειάζεται πολύ χρόνο και χρήμα. Νομίζω όμως ότι όλα αυτά έχουν πάρει πλέον το δρόμο τους και ελπίζω ότι μέσα στο 2019 θα μπορέσω να έχω έτοιμο για ανάρτηση ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου. Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι κρυφός μου πόθος είναι να έβλεπα μια μέρα τη δουλειά μου τυπωμένη μέσα από μια σειρά φωτογραφικών λευκωμάτων, πράγμα που κάτω από τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό με το πολύ περιορισμένο αγοραστικό κοινό φωτογραφικών λευκωμάτων που υπάρχει στην Ελλάδα και της πολύ προσωπικής θεματολογίας της δουλειάς μου, ακούγεται μάλλον ανεδαφικό.

- Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την εποχή;

Κατ’ αρχάς συνεχίζω να δουλεύω εμπλουτίζοντας το οικογενειακό μου φωτογραφικό αρχείο. Παράλληλα, ασχολούμαι με φωτογραφικές δουλειές που είτε άφησα ημιτελείς στη πορεία του χρόνου, όπως τα «Εγκλήματα Πάθους», μια σειρά με φωτογραφίες και κείμενα που βασίζονται σε αποδελτίωση πραγματικών γεγονότων από τον Τύπο, ή τις συμπληρώνω με νέα έργα όπως κάνω με την ενότητα «Απογραφή», η οποία ήδη αριθμεί δεκαπέντε τρίπτυχα που ποτέ δεν έχουν εκτεθεί στο σύνολό τους. Επίσης, επεξεργάζομαι ενότητες φωτογραφιών που τράβηξα πριν από χρόνια και δεν τις έχω παρουσιάσει ποτέ όπως οι «Γάμοι», με μία όμως τελείως καινούρια εννοιολογική και αισθητική προσέγγιση σε σχέση με το πρωτογενές υλικό. Όπως ανέφερα και σε προηγούμενη ερώτησή σας σκέφτομαι πολύ πάνω σε μία νέα ενότητα των «Οικογενειακών» που θα πραγματεύεται το οικογενειακό άλμπουμ της δικιάς μου οικογένειας και θα αφορά στην ενήλικη ζωή μου. Εξ άλλου, ποτέ δεν είχα το άγχος να δείξω κάτι καινούριο. Ήθελα πρώτα να ωριμάζουν τα πράγματα μέσα μου και να είμαι σίγουρος ότι αυτά που αποφασίζω να δείξω έχουν κάτι ουσιαστικό και ειλικρινές να πουν.

 
 

O Kωστής Aντωνιάδης σπούδασε Φυσική και από το 1974 εργάζεται ως επαγγελματίας φωτογράφος. Είναι ιδρυτικό μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών και από το 1979 έχει οργανώσει και παρουσιάσει πολυάριθμες εκθέσεις φωτογραφίας Ελλήνων και ξένων φωτογράφων στην Ελλάδα και σε διεθνή φεστιβάλ στο εξωτερικό. Διετέλεσε διευθυντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (2003-2005) και από το 2006 εργάζεται ως ανεξάρτητος επιμελητής εκθέσεων. Φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έχει συγγράψει κείμενα και μελέτες για τη φωτογραφία και έχει επιμεληθεί την έκδοση φωτογραφικών λευκωμάτων. Είναι ομότιμος καθηγητής φωτογραφίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Το παραπάνω σύντομο βιογραφικό ελάχιστα σκιαγραφεί την προσωπικότητα και το έργο ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας. Η καλλιτεχνική δουλειά του Κωστή Αντωνιάδη, πολυεπίπεδη και πρωτοποριακή, διεύρυνε το φωτογραφικό πεδίο και επηρέασε την πορεία και την εξέλιξη της φωτογραφίας στην Ελλάδα. Η ακαδημαϊκή καριέρα του συνέβαλε στον εμπλουτισμό του θεωρητικού φωτογραφικού λόγου και τη δημιουργία μιας νέας δυναμικής γενιάς Ελλήνων φωτογράφων. Η εξίσου επιτυχημένη διαδρομή του στα μονοπάτια της τέχνης, της επιστήμης και της εκπαίδευσης, νομίζω ότι αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα του. Ο Κωστής Αντωνιάδης είναι ένας πολύπλευρος άνθρωπος, μόνιμα προπορευόμενος της εποχής που ζει, με ανεξάντλητη ενέργεια, φαντασία και ανήσυχο πνεύμα. Ο τρόπος που προσεγγίζει φωτογραφικά και θεωρητικά ζητήματα ισορροπεί την καλλιτεχνική ευαισθησία με την επιστημονική μέθοδο. Αμφισβητεί, υποθέτει, πειραματίζεται, επεμβαίνει, ξεπερνά τα όρια, ψάχνει κάτω από την επιφάνεια. Θυμίζει τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες-επιστήμονες που επιζητούσαν την αλήθεια παράλληλα με την έκφραση και δεν δίσταζαν, εκτός από το να δημιουργούν, να ανατέμνουν, να υπολογίζουν, να εφευρίσκουν. Η φωτογραφία μοιάζει να είναι γι’ αυτόν ένα ανεξάντλητο πεδίο έρευνας με συνάψεις σε κάθε τομέα της ζωής και ταυτόχρονα μια γλώσσα με την οποία αρθρώνει λόγο για αυτή την ίδια και την ιδιαίτερη σχέση της με τον άνθρωπο.

- Γνωρίζοντας το έργο σας κι επειδή συχνά ο μύθος του καλλιτέχνη, δασκάλου και θεωρητικού κρατά τον άνθρωπο στη αφάνεια, θα θέλαμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας για τον Κωστή Αντωνιάδη πριν την ενασχόλησή του με τη Φωτογραφία. Πώς είσαστε ως παιδί, τι όνειρα κάνατε για το μέλλον, ποιες εμπειρίες σας σημάδεψαν;

Ο κινηματογράφος. Κατά κάποιο τρόπο ήμουν από μικρός μέσα στις κινηματογραφικές ταινίες. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι στο Παλαιό Φάληρο με έναν υπέροχο κήπο και εκεί ζούσα ενεργητικά διάφορους ρόλους, επαναλάμβανα σκηνές που είχα δει στο σινεμά. Συχνά επινοούσα δικές μου ιστορίες τις οποίες διηγιόμουνα στους δικούς μου μέχρι που γίνονταν μέρος της πραγματικότητας. Οι εικόνες που τις συνόδευαν ήταν τόσο έντονες και ακριβείς που από κάποια στιγμή και έπειτα πίστευα πως αυτά που φανταζόμουν είχαν πράγματι συμβεί. Βλέπετε πως από πολύ μικρή ηλικία ήξερα τι θα κάνω και είμαι ευτυχής που τα κατάφερα.

- Πώς και πότε η φωτογραφία μπήκε στη ζωή σας και, καθώς φαίνεται, κυριάρχησε;

Υπεύθυνος για τη σχέση μου με τη φωτογραφία είναι ασφαλώς ο πατέρας μου, που σαν ερασιτέχνης φωτογράφος είχε φτιάξει στο σπίτι μας ένα σκοτεινό θάλαμο, εμφάνιζε φιλμ και τύπωνε φωτογραφίες. Καθοριστική όμως για το επάγγελμα του φωτογράφου ήταν η σχέση μου με έναν γείτονα, φίλο της οικογένειας ο οποίος περιστασιακά εργαζόταν ως φωτογράφος. Δουλειά του ήταν να φωτογραφίζει στα ναυπηγεία τις υλικές φθορές στα ύφαλα των δεξαμενόπλοιων και με έπαιρνε καμιά φορά μαζί του. Εκεί λοιπόν, με καλή παρέα, δυο Hasselblad και ένα φορητό φλας, κάτω από τον τεράστιο όγκο των δεξαμενόπλοιων πήρα την απόφαση να γίνω φωτογράφος. Άργησε βέβαια αυτό να γίνει,γιατί πρώτα έπρεπε να τελειώσω με τις σπουδές μου στη Φυσική, αλλά από το 1974 πρακτικά δεν κάνω τίποτα άλλο.

- Μπορείτε να μας περιγράψετε πως ήταν για τη φωτογραφία εκείνη η εποχή;

Την δεκαετία του 70 ότι και να έκανες στη φωτογραφία, ήταν κάτι καινούργιο. Φωτογραφική παράδοση δεν υπήρχε, καθώς ελάχιστες εργασίες της παλαιότερης γενιάς φωτογράφων ήταν γνωστές. Τότε γνωρίστηκα και με άλλους φωτογράφους όπως το Γιώργο Δεπόλλα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Στέφανο Πάσχο και μαζί ξεκινήσαμε τη πορεία μας στη φωτογραφία. Από μια άποψη λοιπόν είμαστε τυχεροί που ζήσαμε εκείνη την εποχή αλλά προβλήματα υπήρχαν πολλά. Το είδος της φωτογραφίας που υπερασπιζόμασταν, η δημιουργική προσωπική φωτογραφία, ήταν δύσκολο να επιβιώσει ανάμεσα σε στρεβλώσεις και φοβίες. Από τη μια μεριά είχαμε να αντιμετωπίσουμε την δυσπιστία των ερασιτεχνών αλλά και των επαγγελματιών φωτογράφων και από την άλλη την υπεροψία των εικαστικών κριτικών και καλλιτεχνών. Η δημιουργία του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών το 1979 πιστεύω πως ήταν καθοριστική για τον τρόπο που αναπτύχθηκε η φωτογραφία στην Ελλάδα. Καταφέραμε να συσπειρώσουμε σημαντικό αριθμό φωτογράφων, οργανώσαμε εκατοντάδες εκθέσεις ελλήνων και ξένων φωτογράφων, προβολές, διαλέξεις, και με τα ελάχιστα οικονομικά μέσα που διαθέταμε πιστεύω πως καταφέραμε πολλά. Το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών στην οδό Σίνα 52 επί 25 έτη ήταν κατά κάποιο τρόπο το σπίτι της φωτογραφίας. Αυτό το θυμούνται πολλοί και το νοσταλγούν.

- Αναπτύξατε μια σύγχρονη και τολμηρή θεματολογία, ασχοληθήκατε με τη φωτογραφία ως φαινόμενο και την αθέατη πλευρά της φωτογραφικής εικόνας, κλείνοντας το μάτι στο φαντασιακό. Αναρωτιέμαι μήπως το βασικό σας θέμα, το οποίο σπονδυλωτά δημιουργείται όλα αυτά τα χρόνια, είναι μια οπτική διατριβή πάνω στην ίδια τη φωτογραφία…

Δεν έχετε άδικο, και να πω την αλήθεια ποτέ δεν το σκέφτηκα με αυτό τον τρόπο. Το φαντασιακό ήταν αυτό που υπαγόρευε τη θεματολογία μου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Από το 1984 με τη σειρά των Χρησιμοποιημένων Φωτογραφιών στην αρχή κάθε εργασίας έκανα μια υποθετική ερώτηση. Πως θα ήταν, για παράδειγμα, η Αθήνα εάν στα διαφημιστικά πανό οι εικόνες άλλαζαν ή πως θα έμοιαζαν τα ερειπωμένα σπίτια αν οι ιστορίες των κατοίκων τους είχαν αποτυπωθεί στους τοίχους τους. Μετά η υπόθεση έμενε να επιβεβαιωθεί χρησιμοποιώντας τεχνικές που θα έδιναν σε αυτή την απαραίτητη αληθοφάνεια. Κι έπειτα κάθε φορά κοιτάζοντας τις φωτογραφίες μου έπρεπε να απαντήσω στην κρίσιμη ερώτηση: δουλεύει ή όχι; Άλλες φορές η σκέψη μου ακολουθούσε άλλες διαδρομές. Στους «Χάρτες» για παράδειγμα, ήταν να «καθαρίσω» το βλέμμα μου από το φωτογραφημένο τοπίο, να δω στη φύση κάτι για πρώτη φορά. Κι αυτό με οδήγησε σε μια οικολογική δράση με την επινόηση μιας σύνθετης οπτικής αφήγησης, που περιγράφει το τοπίο χωρίς να το δείχνει. Σε κάθε περίπτωση όμως πραγματικό αντικείμενο της εργασίας μου ήταν να μελετήσω την ίδια τη φωτογραφία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μας συνδέει με την πραγματικότητα.

- Έχετε επιμεληθεί τις δουλειές πολλών Ελλήνων και ξένων φωτογράφων. Πιστεύετε ότι ο επιμελητής μπορεί να αναδείξει το έργο ενός δημιουργού χωρίς να επηρεάσει την ταυτότητά του ή κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό;

Η επιμέλεια φωτογραφικών έργων είναι ένα επάγγελμα, μια εργασία που χρειάζεται εμπειρία, τεχνικές και ιστορικές γνώσεις. Όταν ο επιμελητής αντιμετωπίζει το έργο ενός φωτογράφου με αυτό τον τρόπο τότε η δουλεία, για να το πω απλά, γίνεται. Προσωπικά όταν αναλαμβάνω κάποια επιμέλεια συζητάω, ακούω προσεκτικά το φωτογράφο και προσπαθώ να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει τις σκέψεις του στις φωτογραφίες του. Από την ποιότητα αυτής της συζήτησης ξεκινάνε όλα. Αν θα αποκαλυφθεί μια κρυμμένη ποιότητα, αν θα αναδειχθεί το α ή β στοιχείο της εργασίας του φωτογράφου. Κάθε σοβαρή συζήτηση μας επηρεάζει οπότε και η ανάθεση επιμέλειας μπορεί υπό προϋποθέσεις να δώσει στην εργασία του φωτογράφου μια διαφορετική τροπή. Συχνά όμως οι επιμελητές επιβάλλουν τη δική τους άποψη και σε ορισμένες περιπτώσεις επιχειρούν να αναδειχθούν οι ίδιοι σε βάρος του έργου του φωτογράφου. Με την ευκαιρία θα ήθελα εδώ να προσθέσω πως η επιμέλεια στην περίπτωση μιας ομαδικής φωτογραφικής έκθεσης ή λευκώματος είναι διαφορετική. Ο επιμελητής δηλαδή, μπορεί να παραβιάσει ένα φωτογραφικό έργο, επιλέγοντας από αυτό φωτογραφίες που εξυπηρετούν το δικό του θέμα του ή ενισχύουν την άποψή του γι αυτό. Αλλά και πάλι είναι θέμα συνεννόησης με τους φωτογράφους, να γνωρίζουν δηλαδή ποιο είναι το θέμα της έκθεσης, ποιοι άλλοι φωτογράφοι συμμετέχουν σε αυτό κτλ.

- Συχνά, λέτε ότι σας ενδιαφέρει η αφήγηση σε μία φωτογραφική εργασία. Θα μπορούσαμε να μας πείτε μερικά πράγματα γι’ αυτό;

Η αφήγηση αρχίζει να διαμορφώνεται από τη στιγμή που θα ξεκινήσει ένας εσωτερικός διάλογος. Αφορμή μπορεί να είναι κάτι ελάχιστο που παρατηρούμε σε μια φωτογραφία, λχ μια φωτοσκίαση, ένα βλέμμα ή κάποια χειρονομία. Κι έτσι σιγά σιγά αρθρώνεται μια ιστορία. Είναι ο φωτογράφος, εκεί μπροστά στο θέμα του, είναι το άνοιγμα της ιστορίας στον εκτός κάδρου χώρο, είναι οι περιστάσεις της φωτογράφησης που σχηματίζουμε με τη φαντασία μας. Αυτός είναι ο χρόνος που καταλαμβάνει η αφήγηση και δεν αφορά τόσο στην πραγματικότητα όσο στη δική μας αντίληψη και ανάγνωση του φωτογραφημένου συμβάντος. Τη μαγεία μάλιστα της φωτογραφίας μπορεί κανείς να την μετρήσει με την ένταση ανάμεσα σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, την ιστορία δηλαδή που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και σε αυτό το άγνωστο, το διαφορετικό που διαισθανόμαστε πως πραγματικά έχει συμβεί. Κι έπειτα είναι και οι άλλες φωτογραφίες που την πλαισιώνουν και συμμετέχουν, ενισχύουν, απλώνουν την αφήγηση, συντηρούν το αίνιγμα. Νέοι κυρίως φωτογράφοι μου λένε συχνά πως αυτή η ανάγνωση δεν ταυτίζεται με τη σκέψη τους, τις πραγματικές περιστάσεις της φωτογράφισης, και σ’ αυτό αισθάνονται πως έχουν κάνει κάτι λάθος, πώς ο θεατής εντέλει δεν κατάλαβε αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να πουν. Η απάντησή μου είναι πως εάν ζητούμενο είναι αυτό το είδος επικοινωνίας, τότε κακώς ασχολούνται με τη φωτογραφία. Το κείμενο σε αυτή την περίπτωση δουλεύει καλύτερα, μπορεί να αποδώσει με σαφήνεια μια σκέψη.

- Στις μέρες μας, οι τάσεις στη φωτογραφία διαδέχονται η μία την άλλη ταχύτερα από ότι στο παρελθόν, λόγω της ύπαρξης του διαδικτύου. Τι «τρέχει» αυτή τη στιγμή στη φωτογραφία και πόσο θεωρείται ότι θα κρατήσει; Πρέπει οι νέοι φωτογράφοι να ασχολούνται με κάτι τέτοιο ή απλά να ζουν την εποχή τους και να μιλούν γι’ αυτή μέσω των προσωπικών τους βιωμάτων;

Δεν ξέρω τι εννοείτε ρωτώντας πόσο θα κρατήσει. Ή μάλλον διακρίνω στην ερώτηση μια ανησυχία σαν να βιώνουμε μια κακοκαιρία και αναρωτιόμαστε πότε θα περάσει. Δεν μου αρέσουν οι προβλέψεις αλλά διαισθάνομαι πως πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με αυτή τη διαφορετική κατάσταση των φωτογραφικών πραγμάτων. Δεν είναι μόνο το διαδίκτυο, είναι η ευκολία της τεχνικής, είναι και οι σπουδές στη φωτογραφία που έχουν αλλάξει οριστικά το τοπίο. Αντιμετωπίζουμε διστακτικά οτιδήποτε καινούργιο εμφανίζεται στον πολιτισμό μας και η πρόσφατη πολυφωνία μπορεί να μας τρομάζει, αλλά χρειάζεται να την κατανοήσουμε, και να χαρούμε τις νέες προοπτικές που κάθε τόσο εμφανίζονται στον δημιουργικό ορίζοντα. Βέβαια ορισμένα φαινόμενα είναι ανησυχητικά. Είδα προ ημερών την έκθεση APhF 18 στο μουσείο Μπενάκη. Δεκάδες προτάσεις που είχαν ισοπεδωθεί από την αγωνία των φωτογράφων να ταυτιστούν με σύγχρονες πρακτικές, και αναφέρομαι στο τρόπο παρουσίασης των φωτογραφιών τους, διαφορετικά μεγέθη, άναρχη τοποθέτησή τους στους τοίχους, κάδρα στο πάτωμα κτλ, δηλαδή την διακοσμητική, όπως την αποκαλώ, έκθεση των έργων τους. Φοβάμαι πως αυτή η τάση έχει προκύψει μέσα από μια συνεχιζόμενη αβεβαιότητα της θέσης που κατέχει η φωτογραφία στον κόσμο της τέχνης. Γιατί πρόκειται ουσιαστικά για «εγκαταστάσεις» κι αναρωτιέμαι, πάλι τα ίδια; πάλι το δεκανίκι των εικαστικών τεχνών; Είναι βέβαια και η εμπορική αξία της φωτογραφίας και οι επιμελητές των γκαλερί που επιδιώκουν να τις πουλήσουν. Οι εγκατάσταση των φωτογραφικών έργων στον εκθεσιακό χώρο φαίνεται πως προσδίδει σε αυτά μια πρόσθετη καλλιτεχνική αξία. Μια εγκατάσταση όμως έχει νόημα έτσι όπως παρουσιάζεται στο χώρο, και αυτό είναι κάτι που συχνά οι φωτογράφοι το ξεχνούν. Υποβάλλουν προτάσεις, φτιάχνουν ένα photobook ή ακόμα και στην προσωπική τους ιστοσελίδα οι φωτογραφίες έχουν όλες το ίδιο μέγεθος και είναι σε μια συγκεκριμένη σειρά. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται πως η παρουσίαση, η «εγκατάσταση» των φωτογραφιών τους είναι μέρος του έργου. Όταν αυτή αλλάζει το έργο είναι διαφορετικό.

- Είναι αξιοσημείωτο το ότι η διδαχή, η συμμετοχή σας σε φορείς όπως το ΦΚΑ ή η διεύθυνση του ΜΦΘ και, γενικότερα, η θεωρητική σας απασχόληση με τη φωτογραφία δεν εμπόδισαν τη δημιουργικότητά σας και την παραγωγή προσωπικού καλλιτεχνικού έργου, κάτι που λίγοι καταφέρνουν να συνδυάσουν. Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σας σε αυτή την παράλληλη πορεία;

Η αλήθεια είναι πως η πολύπλευρη ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία, η δημιουργία του ΦΚΑ, η διδασκαλία στο ΤΕΙ η συγγραφή θεωρητικών κειμένων και οι επιμέλειες που έχω κάνει, είχαν ως κίνητρο να έχω απέναντί μου, δίπλα μου συνομιλητές, νέους, συναδέλφους και το κοινό. Πιστεύω πως όλες οι περί την φωτογραφία ασχολίες μου με βοήθησαν εντέλει να σκέφτομαι και να είναι παραγωγικός. Βέβαια, από το 1995 μέχρι το 2012 δεν έκανα κανένα προσωπικό φωτογραφικό έργο που να με ενδιαφέρει. Ο λόγος ήταν η διδασκαλία, που απορροφούσε όλα αυτά τα χρόνια κάθε δημιουργική ενέργεια. Δεν έχω κάνει τίποτα άλλο στη ζωή μου εκτός από φωτογραφία, δεν ξέρω να καρφώνω ένα καρφί ή να αλλάξω μια λάμπα. Είμαι σκέτη καταστροφή όταν επιχειρώ να ασχοληθώ με τέτοια πράγματα.

- Ετοιμάζετε κάποια καινούρια δουλειά;

Από το 2013 που παρουσίασα ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου στο μουσείο Μπενάκη, δουλεύω συστηματικά. Φέτος από αρχές Σεπτεμβρίου έως τέλος Οκτωβρίου θα παρουσιάσω στο ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης μια μεγάλη επίσης ενότητα έργων μου κάτω από τον τίτλο «Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα». Πρόκειται για έργα που έχουν ήδη εκτεθεί αλλά και πολλά νεότερα που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το θέμα όμως παραμένει το ίδιο, είναι η μεταχείριση της φωτογραφίας, η σχέση της με την πραγματικότητα και τον κόσμο των εικόνων. Αυτό όμως στο οποίο δίνω τώρα περισσότερη έμφαση είναι ο τρόπος με τον οποίο η φωτογραφία παρεμβαίνει, διαμορφώνει ή και σε ορισμένες περιπτώσεις απαλείφει την ανάμνηση προσώπων και γεγονότων. Μέρος της έκθεσης εξάλλου καταλαμβάνει η πιο πρόσφατη εργασία μου με τίτλο «Μεταλλάξεις», το οποίο είναι και το μεγαλύτερο σε έκταση έργο που έχω πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα και θα παρουσιαστεί σε τρεις αίθουσες της Βίλα Καπαντζή στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ. Αφορμή για τη δημιουργία του ήταν η μεταχείριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη πορεία των προσφύγων προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Έγιναν φωτογραφικές εκθέσεις, ενέπνευσαν καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις ή έγιναν αφορμή για περφόμανς. Σε κάθε περίπτωση μια νέα εικόνα έρχεται να μας θυμίσει, να ενημερώσει, να κινητοποιήσει, να μας συγκινήσει, ταυτόχρονα όμως μας απομακρύνει από το πραγματικό γεγονός. Τα υπόλοιπα, δηλαδή τον τρόπο που τον οποίο έχω επεξεργασθεί όλα αυτά, ελπίζω να έχετε την ευκαιρία να τα δείτε στην έκθεση.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Κωστή Αντωνιάδη:www.costisantoniadis.gr.

Η έκθεση του Κωστή Αντωνιάδη "Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα 1985-2018" είναι η πρώτη που ανοίγει στο πλαίσιο της Thessaloniki PhotoΒiennale 2018, την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018, στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή).

Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 26/09/2018, στις 20:30.

Διάρκεια: 14/09/2018-11/11/2018

Χώρος: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή - Βασιλίσσης Όλγας 108) Ημέρες & ώρες: Τρίτη-Κυριακή 10:30-18:00

Συνδιοργάνωση: Μουσείο Μπενάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

imgKaterina Kalogeraki is a photographer, whose work spans three decades. Her main focus of work is people and her personal work is based around them. She lives in London and works as a freelance photographer with a wide range of clients, including local authorities, private companies, magazines, and not for profit organisations both in the UK and abroad. She teaches photography, curates exhibitions and edits publications.

Born in Greece, she studied photography in Athens and mainly in London. She holds a Bachelors of Arts (BA) and a Masters of Arts (MA) in Photography from the University of Westminster and a Postgraduate Diploma in Media Studies from Goldsmiths College, University of London. Her work has been exhibited in many solo and group exhibitions throughout Europe. Her photos are in private collections in Athens, Berlin, Bern, New York, London, Paris and Chania in Crete, Greece.

What is not mentioned in a brief CV like this, is that, apart from having a good reputation, Katerina is a warm, sincere, open person with social sensibilities. She wins you over immediately. Once you get to know her, you realise her work reflects her values and beliefs. It is no coincidence she has worked for so many years with people of different ages, nationalities and class. Another visible element in her photos is the ease and comfort of the people she photographs respond to her lens. The following interview is a first acquaintance with her and should enable us to gain a deeper understanding of her work.

- When did your interest in photography start and how did you decide to work with photography, not only on a personal but also on a professional level?

I was still in secondary school when I took a series of portraits of a friend at school. The photos were taken with a Zenit camera my brother had brought back from a trip in Hungary. My friend’s brother in law, Stefanos Paschos, a known Greek photographer, who had just returned from living/working in Paris back then, said to her: “She has a very good eye, tell her if she wants she can come and learn photography in my studio” (he had just opened it in Kolonaki in the centre of Athens).

I went for a time after school and helped in the studio and in the darkroom, but fashion photography wasn’t for me. I decided to study photography in the only school that existed in Athens back then - the school, called Chliveros, can’t remember the whole name, was somewhere in Exarchia. I attended it 2 or 3 times a week and learned darkroom work. At that same time, I came across an ad in a newspaper asking for somebody to work in the darkroom. That was for the largest press agency back then: "Anagnostopoulos Bros'. They hired me as a darkroom technician in September 1980.

One day there was no photographer in the office and they needed someone to take photos of a demo that was taking place in the centre of Athens. They sent me with a Minolta and the pictures I took were very much liked. Slowly they started sending me out to take more pictures. There were no women press photographers back then. People liked to see a young woman taking photographs and they liked my work. They rang the office and asked for me. I photographed many famous people: from Thatcher’s visit @ the British Council to Karamanlis, (the president of Greece at the time) at the Presidential Palace, Melina Mercouri at the Ministry of Culture, the election campaign of Andreas Papandreou with Philip Gonzalez the Spanish prime minister at the time, in Thessaloniki in 1981, and many others, ministers, CEO’s etc.

I made a reputation in the field for the two years I worked there. But the more I photographed the more apprehensive I became about photography. I felt I had no life experience and there was more to the medium than what met the eye. I wanted to study photography. The final straw came when I was sent to Gate 7, when over 20 football fans were killed being crashed by the gate of the largest football stadium in Athens at the time. They wanted me to photograph the relatives when they were identifying the bodies. I remember I went back to the office, a wreck, not having taken a single photo. I felt I couldn’t photograph people’s tragedy and make a profit out of it. This event, as well as a few other, finally made me decide to go on to study photography in London. At the time in Greece there were no photography studies at a higher level.

- Did London and your studies influence the way you dealt with photography up to then?

Moving to London was a special chapter for me, as my finances were nonexistent. I had to work in order to study. Survival was tough and determined my photographic options, since I had no time to take pictures. I worked from morning to night, while studying part time. My English was also poor studying for a degree. Most of my free time I was studying and trying to consolidate academic English, to deepen my photographic understanding through books and the teachings at college. Studying, immersing myself in books was what I was really lacking. In the two years I worked as a press photographer I took thousands of photographs. I was missing the academic aspect, the critical analysis of photography.

- What were the influences that determined you as a photographer?

At the Polytechnic of Central London, where I first studied, Victor Burgin and Mitra Tabrizian were teaching. In the UK back then, Burgin was known as one of the most influential photography theorists, probably the best known name in the 1980’s. Burgin, a political photographer of the left combined photography and text and his influence on us students was immense. The college line was to approach photography from a theoretical and critical angle. Photography as a document, photo essays and a series of photographic practices such as a semantic analysis determined us all who studied during those years. Other influences were known photographers such as Dorothea Lange, August Sander, Walker Evans etc.

- “My Father’s Land” made you known in Greece and abroad. Taking into account you didn’t grow up in Crete, did you feel that a part of it you discovered it through your photos? Did it become something of your own? Something you wanted to talk about or was it something you wanted to discover by studying it and taking photographs of it?

When I started “My Father’s Land” in December 1988 I had already been away from Greece for six years. At that time as I was in my 20s, six years felt a very long time. “My Father’s Land” was my personal voyage, going back to my roots. I tried to understand my place of origin, the values I was brought up with, my upbringing. I wanted to understand the place I very much loved but at the same time as a woman it felt oppressive. I wanted to go deeper into that closed, cut off community I experienced every time I visited it with my parents. I was looking at my own identity with a critical eye and by using text and photographs and spending a lot of time, months staying with aunties and uncles and the rest of the villagers I tried to make sense of it all. I chose deliberately a traditional way of representing the people as it felt in tune with their surroundings and their every day life. Using text as I often did, I added their voice and mine placing questions regarding their cultural expectations of me at the time.

- In your projects the self reference is obvious. Starting with “The Father’s Land” and the more recent “Building Cultures” you deal with meanings such as ‘homeland’ ‘migration’, searching for an identity, topics that obviously occupy a person’s mind who lives and works away from their motherland. How liberating is it for you to discuss these issues through your work?

I am not always good with words. It often feels hard for me to express myself in a spoken language. My photographs have always been my way of expressing myself. The voice of my emotions, the voice of my life’s difficulties. Difficulties that all of us who live away from what once was home, more or less go through. When you live away from your country of origin you are often perceived by those who remained behind as the lucky one. Through my work I try to give another dimension to this notion of ‘luck’ that often follows those of us that left. Homeland, departure, migration, identity take on another dimension when you live away and I hope my photographs up to a point help to show this other side. For me a feeling of liberation comes by giving voice to what I often cannot bring out to the surface, often unpleasant and uncomfortable feelings. It’s a kind of liberation which is unattainable at times.

- The emphasis on your projects is always people and are lengthy. Apart from taking photographs, research and contact with those you photograph seems to be very important to you. What are the reasons you’ve chosen to work in this way?

Again this has to do with personal experiences but also with my trying to give voice to those who live in the margins and are forgotten by the majority. On a personal level I wanted to give something back to the elderly people in the country I live. As I couldn’t offer as much to my parents as I would have liked to because I didn’t live in Greece - in a indirect kind of way I offered it to others and it didn’t matter they weren’t my parents. It might sound odd but this kind of direct way of giving something back to people has been very liberating for me. It helped me process the sadness I felt from being absent in my parents’ everyday life. Apart form this I feel deep emotions for elderly people. People who once upon a time were just like us and today they are marginalised and forgotten like unwanted items. I see it as unfair and my photographs are an attempt of balancing this out.

- While you lived in Greece but also later when you moved to London your worked with all kinds of photography, press, newspapers, advertising etc. Is it easy for somebody to combine work with personal expression? Is it better if you keep your personal and professional work separate from each other or does it actually work better if each side influences and feeds the other?

It’s difficult to combine work that pays with my personal desire for lengthy projects and research. I will say very difficult. In the past I often felt I chose the wrong medium to express myself. Everyday survival is difficult when finances are limited. As I grow older I have become a bit wiser and have learned to live within my limitations even though not much has really changed. Often when my students ask me whether they should choose a a photographic career I bite my lips in order not to put them off because of my own views and life circumstances. It’s an unequal battle to try to balance everything but with time one gains from the various practices that help us to manoeuvre and go further. They help us to move forward and offer angles you never noticed previously.

- As you live outside of Greece you keep a distance from it. How would you rate Greek photography nowadays?

I think photography in Greece is on a very good path. There are excellent photographers with really very good work. If our country had a better presence on the world map, Greek photographers would have been much better known than they are at present. Despite that very often we see and hear about Greek photographers who live in Greece or abroad. Their career path is looking bright.

- In the last few years in Greece there is great interest by young people regarding photography. What advice would you give them from your experiences as a photographer? What would you tell them on an artistic level as somebody who teaches photography?

My first advice is to persevere. However difficult it is don’t give up if photography is what you want to follow. The second piece of advice is to combine various photographic practices: teaching, some commercial work. In my case in the last few years I do PR photography (lectures, conferences) and other work such as exhibitions and books. If photography is your only means of survival don’t offer your work for nothing to those who normally can pay you. “We’ll publish your name” doesn’t pay your bills. Don’t give your work to commercial publications for nothing unless you ‘earn’ in some other way if money is not the option. For 2 photos I was offered four days in a luxury hotel in Spetses. To take 300 photographs and get offered 3 days of holidays is not proper payment, is exploitation. Don’t sell your work cheap, you are worth much more than you believe. If sometimes work you do is not what you like doing, see it as a way of continuing all the rest of your work that is important for you.

- Are you working on a new project right now?

I am working on a “Four generations” social documentary project. Unfortunately not quite in the way I originally set out to work on it. When I first started it I didn’t know how difficult it was going to be finding families with 4 generations. As I travel to photograph the families I don’t have the time I would have liked to have had with the various families. Often I photograph very quickly as the people I photograph have travelled a long way in order to be photographed and don’t have the time to talk to me. This work is exactly the opposite of all my previous work. I still haven’t decided how am I going to manage the style of this particular work which has the feeling of candid photography. I am overriding my photographic principles mentioned earlier. I hesitate in this, new for me, practice. It poses for me new questions regarding my relationships with those I photograph and how I am going to continue to photograph which for me are unorthodox practices.

http://www.katkalo.com/

 


 

imgH Κατερίνα Καλογεράκη είναι φωτογράφος, με πορεία τριών δεκαετιών πάνω σε projects με θέμα τον άνθρωπο. Με έδρα το Λονδίνο, εργάζεται ως ανεξάρτητη φωτογράφος, αναλαμβάνοντας εργασίες από ένα ευρύ φάσμα πελατών, όπως ιδιωτικές εταιρείες, περιοδικά, τοπικές αρχές και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου και του εξωτερικού.

Παράλληλα, δουλεύει προσωπικά της projects, διδάσκει φωτογραφία και επιμελείται εκθέσεις και εκδόσεις. Γεννημένη στην Ελλάδα, σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και στο Λονδίνο, όπου απέκτησε BA και MA στη Φωτογραφία από το Πανεπιστήμιο του Westminster και PGD στα Πολυμέσα από το Goldsmiths College, University of London. Η δουλειά της έχει εκτεθεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε όλη την Ευρώπη. Φωτογραφίες της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο, τη Βέρνη, το Παρίσι, το Λονδίνο, την Αθήνα και τα Χανιά.

Εκείνο που δεν αναγράφεται, φυσικά, σε ένα σύντομο βιογραφικό όπως το παραπάνω, είναι πως, εκτός από καταξιωμένη Ελληνίδα φωτογράφος, η Κατερίνα Καλογεράκη είναι ένας απλός και ζεστός άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες, που σε κερδίζει αμέσως. Γνωρίζοντάς την, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι το προσωπικό της έργο αντανακλά τις πεποιθήσεις της και τις αξίες που υπηρετεί. Δεν είναι τυχαίο ότι δουλεύει τόσα χρόνια με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και τάξεων ούτε ότι είναι εμφανής στις φωτογραφίες της η άνεση με την οποία όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στον φακό της. Η παρακάτω συζήτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πρώτη γνωριμία μαζί της που ίσως βοηθήσει να εμβαθύνουμε στο έργο της.

- Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη φωτογραφία και πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το αντικείμενο, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο όταν έκανα μια σειρά από πορτραίτα σε μία συμμαθήτρια μου με μια Zενίτ που είχε φέρει ο αδελφός μου από την Ουγγαρία. Ο γαμπρός της (Στέφανος Πάσχος), που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, της είπε: Έχει πολύ καλό μάτι, πες της, αν θέλει, να έρθει να δουλέψει στο στούντιο (μόλις το είχε ανοίξει στο Κολωνάκι).

Πήγαινα για ένα διάστημα μετά το σχολείο και βοηθούσα στο στούντιο και λίγο στον σκοτεινό θάλαμο, αλλά δεν με τραβούσε η φωτογραφία μόδας. Αποφάσισα να σπουδάσω φωτογραφία στη μοναδική σχολή που υπήρχε τότε - λεγόταν Χλιβερός, δεν θυμάμαι ολόκληρο το όνομα - και ήταν κάπου στα Εξάρχεια. Πήγαινα 2 ή 3 φορές τη βδομάδα και μάθαινα σκοτεινό θάλαμο. Ταυτόχρονα, βρήκα τυχαία μια αγγελία στην εφημερίδα για το μεγαλύτερο Πρακτορείο Τύπου τότε: «Αφοί Αναγνωστόπουλοι». Ζητούσαν άτομο για τον σκοτεινό θάλαμο. Με προσέλαβαν τον Σεπτέμβρη του 1980.

Μια μέρα, δεν υπήρχε φωτογράφος στο γραφείο και ήθελαν κάποιον να βγάλει μια πορεία που γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Έστειλαν εμένα με μια Μινόλτα και οι φωτογραφίες που έβγαλα άρεσαν. Σιγά σιγά με έστελναν όλο και πιο συχνά να φωτογραφίζω. Τότε δεν υπήρχαν γυναίκες φωτορεπόρτερ. Άρεσε στον κόσμο να βλέπει μια πολύ νέα κοπέλα να φωτογραφίζει και άρεσαν και οι φωτογραφίες μου. Έπαιρναν τηλέφωνο στο γραφείο και ζητούσαν εμένα. Φωτογράφισα διάφορες προσωπικότητες: από τη Θάτσερ στο Βρετανικό Συμβούλιο, μέχρι τον Καραμανλή στο Προεδρικό μέγαρο, τη Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού και την προεκλογική εκστρατεία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη το 1981 με τον Φίλιππο Γκονζάλες, καθώς και άλλους πολλούς, υπουργούς κλπ.

Έφτιαξα ένα καλό όνομα στο χώρο του φωτορεπορτάζ για τα δύο χρόνια που έμεινα εκεί. Όμως, όσο περισσότερο φωτογράφιζα τόσο πιο ανήσυχη γινόμουν με τη φωτογραφία. Ένοιωθα πως ουσιαστικά είχα ελάχιστες γνώσεις, ήθελα να σπουδάσω φωτογραφία. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν με έστειλαν στη Θύρα 7, τότε που είχαν σκοτωθεί οι φίλαθλοι. Ήθελαν να φωτογραφίσω τους συγγενείς όταν αναγνώριζαν τα πτώματα. Επέστρεψα θυμάμαι στο γραφείο, ένα ράκος, χωρίς να έχω βγάλει καμιά φωτογραφία. Ένοιωσα πως δεν μπορούσα να φωτογραφίσω τον θρήνο των ανθρώπων για να βγάλω χρήματα από τη δυστυχία τους. Αυτό το γεγονός, όπως και κάποια άλλα, με έκαναν τελικά να αποφασίσω να φύγω για να σπουδάσω φωτογραφία στο Λονδίνο, επειδή ακόμα τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σπουδές σε ανώτερο επίπεδο.

- Η μετάβασή σας στο Λονδίνο και οι σπουδές σας επηρέασαν τον τρόπο που αντιμετωπίζατε τη φωτογραφία μέχρι τότε;

Η μετάβαση στο Λονδίνο ήταν μια ιδιαίτερη ιστορία, γιατί τα οικονομικά μου ήταν ανύπαρκτα. Έπρεπε να δουλεύω και να σπουδάζω. Η επιβίωση ήταν δύσκολη και καθόρισε και τις φωτογραφικές μου επιλογές, αφού είχα ελάχιστο χρόνο να φωτογραφίζω. Δούλευα απ’ το πρωί ως το βράδυ, σπουδάζοντας ταυτόχρονα part time. Επίσης, τα αγγλικά μου ήταν χάλια για σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον πέρναγα διαβάζοντας, προσπαθώντας να εμπεδώσω τα ακαδημαϊκά αγγλικά, να εμβαθύνω στις φωτογραφικές μου σπουδές μέσα από τα βιβλία και τη διδαχή τους στο πανεπιστήμιο. Η σπουδή και η μελέτη ήταν αυτό που πραγματικά μου έλειπε τότε, γιατί στα δύο χρόνια που δούλευα ως φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο, είχα χορτάσει να βγάζω φωτογραφίες. Κριτική ανάλυση και θεωρία της φωτογραφίας και οτιδήποτε είχε να κάνει με την κριτική καθοδήγηση ήταν εκείνο που επιθυμούσα περισσότερο απ’ όλα.

- Ποιες είναι οι επιρροές που θεωρείτε ότι σας καθόρισαν;

Στο Polytechnic of Central London, που έκανα τις πρώτες μου φωτογραφικές σπουδές, δίδασκε ο Victor Burgin και η Μitra Tabrizian. Τότε, ειδικά στην Αγγλία, ο Burgin ήταν γνωστός ως ένας από τα μεγαλύτερα θεωρητικά ονόματα, ίσως το μεγαλύτερο στη φωτογραφία της δεκαετίας του 1980. Ο Burgin, εννοιολογικός και θεωρητικός καλλιτέχνης, συνδύαζε φωτογραφία και κείμενο και η επιρροή του στους φοιτητές ήταν μεγάλη. Όμως και η υπόλοιπη γραμμή της σχολής ήταν η προσέγγιση της φωτογραφίας από μια θεωρητική και κριτική γραμμή. Αυτή η γραμμή συμπεριελάμβανε τη φωτογραφία ντοκουμέντο/φωτογραφία δοκίμιο και μια σειρά από φωτογραφικές πρακτικές, όπως αυτή της σημειολογικής ανάλυσης της φωτογραφίας, που καθόρισε όλους εμάς που σπουδάσαμε εκείνα τα χρόνια. Η φωτογραφία που περνούσε μηνύματα μέσα από κείμενα/λέξεις ήταν το must όλων των εργασιών μας. Άλλες επιρροές ήταν φωτογράφοι, ονόματα κλασικά, όπως η Dorothea Lange, ο Αugust Sander, ο Walker Evans, ο Robert Frank, ο Lee Friedlander, ο Garry Winogrand, η Dianne Arbus, ο Joseph Koudelka, η Cindy Sherman.

- «Η Γη του πατέρα μου» σας έκανε γνωστή ως φωτογράφο εντός και εκτός συνόρων. Όταν ξεκινήσατε αυτό το project, με δεδομένο ότι δεν μεγαλώσατε στην Κρήτη, νιώθατε πως το κομμάτι της που αποκαλύπτεται στις φωτογραφίες σας αποτελεί κάτι δικό σας για το οποίο θέλατε να μιλήσετε ή κάτι που θέλατε να ανακαλύψετε μελετώντας το και φωτογραφίζοντας το;

Όταν ξεκίνησα τη «Γη του Πατέρα μου», τον Δεκέμβρη του 1988, ήδη έλειπα από την Ελλάδα 6 χρόνια. Τότε, σε σχέση με την ηλικία μου, ένοιωθα πως ήταν μεγάλο το διάστημα της απουσίας μου. Η «Γη του Πατέρα μου» ήταν προσωπική αναζήτηση και επιστροφή στις ρίζες μου, η προσπάθεια μου να καταλάβω τον τόπο καταγωγής μου, το μεγάλωμα μου, τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκα. Να καταλάβω τον τόπο που τόσο αγαπούσα, αλλά και που συνάμα ένοιωθα πως ως γυναίκα με καταπίεζε, με έπνιγε. Να μπω βαθύτερα στο τι γινόταν με όλο εκείνο το τόσο κλειστό περιβάλλον, που εγώ το ζούσα κάθε φορά που επισκεπτόμουν με τους γονείς μου τη μικρή κλειστή κοινωνία της Κρητικής ενδοχώρας. Ήταν η δική μου κριτική ματιά της ταυτότητάς μου μέσα από κείμενο και φωτογραφίες και πολύ χρόνο, μήνες μέσα στα χρόνια που πέρασα με τις θείες, τους θείους και τους άλλους χωριανούς. Επιλέγοντας συνειδητά την παραδοσιακή απεικόνιση που ταίριαζε με το γύρω μου περιβάλλον, παρουσίασα τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή. Μέσα από τα κείμενα που συχνά χρησιμοποιούσα, πρόσθεσα τη φωνή τους στη δική μου θέτοντας ερωτηματικά για τις προσδοκίες και τους πολιτισμικούς κανόνες της συγκεκριμένης εποχής.

- Στις δουλειές σας είναι φανερή η αυτοαναφορικότητα. Ξεκινώντας από το ««Η Γη του πατέρα μου» μέχρι το πρόσφατο «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς», πραγματεύεστε θέματα που έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η πατρίδα, η μετανάστευση, η αναζήτηση της ταυτότητας, θέματα που προφανώς απασχολούν κάθε άνθρωπο που ζει και εργάζεται μακριά από τον γενέθλιο τόπο. Πόσο λυτρωτικό είναι για εσάς να μιλάτε για όλα αυτά μέσα από τη δουλειά σας;

Δεν είμαι καλή στον προφορικό λόγο όταν έχω να εκφράσω βαθύτερα συναισθήματα. Νοιώθω ανασφάλεια να εκφραστώ προφορικά, σαν να μην βρίσκω τις λέξεις. Οι φωτογραφίες μου ήταν και παραμένουν για μένα ο τρόπος έκφρασης μου. Η φωνή στα συναισθήματα μου, στις δυσκολίες της ζωής μου, σε αυτά που όλοι μας, ειδικά εμείς που ζούμε μακριά από την γενέθλια γη, λίγο πολύ βιώνουμε. Πολύ συχνά εμείς που ζούμε μακριά, φαντάζουμε στα μάτια όσων έμειναν πίσω ως ‘τυχεροί. Μέσα από την δουλειά μου, προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση σε αυτήν την έννοια της ‘τύχης’ που συχνά ακολουθεί όλους εμάς που φύγαμε. Έννοιες όπως η πατρίδα, η ‘φυγή’, η μετανάστευση, η ταυτότητα, αποκτούν μια άλλη διάσταση όταν είσαι μακριά και οι φωτογραφίες μου ελπίζω πως ως ένα σημείο βοηθάνε στο να φανεί αυτή η άλλη πλευρά. Η λύτρωση για μένα έρχεται δίνοντας φωνή σε αυτά που συχνά δεν μπορώ να εξωτερικεύσω, αυτά που συχνά μοιάζουν άπιαστες και στενάχωρες έννοιες. Είναι μια λύτρωση που δεν την καταφέρνω πάντα...

- Τα project σας είναι κατά κανόνα ανθρωποκεντρικά και μακροχρόνια. Εκτός από τη φωτογράφηση, η έρευνα και η επαφή με τους φωτογραφιζόμενους φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική για εσάς. Ποιοι είναι οι λόγοι που σας έκαναν να επιλέξετε αυτόν τον τρόπο εργασίας;

Είναι βασικό για μένα να γνωρίζω τους ανθρώπους που φωτογραφίζω, δεν μου φτάνουν μόνο οι φωτογραφίες. Νοιώθω μια αμηχανία με τη δύναμη που έχω πίσω από μια μηχανή. Η φωτογραφική μηχανή, το ‘όπλο’ που κρατώ στα χέρια μου, με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα. Με το να τους γνωρίζω και να συμπεριλαμβάνω τα λόγια τους στις φωτογραφίες μου και με το να τους δίνω επιλογές νοιώθω πως τουλάχιστον έχουν λόγο στην απεικόνιση τους. Πιστεύω πως οι φωτογραφιζόμενοι αποκτούν μέσα από τις φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν τη δική τους φωνή.

- Μελετώντας τους ήρωες των ιστοριών σας, καταλαβαίνει κανείς ότι είστε ιδιαίτερα ευαίσθητη με την τρίτη ηλικία. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Εδώ και πάλι έχει να κάνει με προσωπικές εμπειρίες, αλλά και με την προσπάθεια μου να δώσω φωνή σε εκείνους που ζουν στο περιθώριο και έχουν ξεχαστεί από την πλειοψηφία. Σε προσωπικό επίπεδο ήθελα να δώσω κάτι πίσω στους ηλικιωμένους ανθρώπους στη χώρα που ζω. Επειδή δεν μπορούσα να προσφέρω τόσα όσα θα ήθελα στους γονείς μου, γιατί δεν ήμουν στην Ελλάδα, με έναν έμμεσο τρόπο τα πρόσφερα σε κάποιους άλλους ηλικιωμένους και δεν είχε σημασία που δεν ήταν οι γονείς μου. Ίσως να ακούγεται περίεργο, αλλά για μένα αυτός ο έμμεσος τρόπος δοσίματος ήταν πολύ λυτρωτικός, με βοήθησε να επεξεργαστώ τη θλίψη της απουσίας μου από την καθημερινή ζωή των γονιών μου. Πέρα από αυτό, πάντα νοιώθω μια συγκίνηση, ένα βαθύ συναίσθημα για την τρίτη ηλικία. Ανθρώπους που κάποτε ήταν σαν και εμάς και σήμερα είναι περιθωριοποιημένοι και ξεχασμένοι ως κάτι περιττό... Το βλέπω ως αδικία και οι φωτογραφίες μου προσπαθούν κάπως να απαλύνουν αυτήν την ανισότητα.

- Όσο είσαστε στην Ελλάδα, αλλά και αργότερα στο Λονδίνο, συνεργαστήκατε με ενημερωτικά έντυπα και περιοδικά ως φωτορεπόρτερ. Επίσης, επαγγελματικά, εκτός από τη διδασκαλία, ασχολείστε με διάφορα είδη φωτογραφίας όπως διαφημιστική φωτογραφία κ.λπ. Είναι εύκολο να συνδυάσει κάποιος τη δουλειά με την προσωπική έκφραση; Χρειάζεται να δημιουργεί στεγανά ανάμεσά τους ή να επενδύει στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και ανατροφοδότηση;

Δύσκολη ιστορία το να συνδυάζεις τα προς το ζην με τις προσωπικές σου επιθυμίες για διερεύνηση και τον απλήρωτο χρόνο που χρειάζεσαι όταν δουλεύεις σε τέτοιες εργασίες. Πολύ δύσκολη, θα έλεγα. Συχνά στο παρελθόν, ένοιωσα πως διάλεξα το λάθος μέσο έκφρασης, αφού η καθημερινή επιβίωση όταν έχεις πενιχρά οικονομικά μέσα είναι δύσκολη. Μεγαλώνοντας, έγινα λίγο πιο σοφή και έμαθα να ζω με τα οικονομικά μου μέσα, που ουσιαστικά δεν άλλαξαν σημαντικά. Συχνά, όταν με ρωτούσαν οι μαθητές μου για το επάγγελμα του φωτογράφου, δάγκωνα τα χείλη μου για να μην τους αποτρέψω λόγω των προσωπικών μου δυνατοτήτων. Είναι λίγο άνιση η μάχη του να προσπαθείς να τα φέρεις όλα βόλτα, αλλά με τον χρόνο κερδίζεις από τις διάφορες πρακτικές που σε βοηθάνε να ελίσσεσαι, να πας παραπέρα και που τελικά σου προσφέρουν οπτικές γωνίες που ποτέ δεν έβλεπες πριν.

- Ζώντας στο εξωτερικό και διατηρώντας μια σχετική αποστασιοποίηση από τα ελληνικά πράγματα, πώς θα χαρακτηρίζατε την κατάσταση της Ελληνικής Φωτογραφίας στις μέρες μας;

Νομίζω ότι η φωτογραφία στην Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ καλή πορεία. Υπάρχουν εξαιρετικοί φωτογράφοι, με ιδιαίτερα αξιόλογη δουλειά. Αν η χώρα μας ήταν ισχυρότερη ως παρουσία στον παγκόσμιο χάρτη, πάρα πολλοί από τους φωτογράφους αυτούς θα ήταν περισσότερο γνωστοί σε διεθνές επίπεδο. Παρόλα αυτά, πολύ συχνά βλέπουμε και ακούμε πολλούς Έλληνες φωτογράφους να δημιουργούν είτε ζουν Ελλάδα είτε εκτός συνόρων. Η πορεία τους είναι ανοδική. Κατά κάποιο τρόπο, η κρίση βοήθησε σε αυτό. Υπάρχει συνολικά μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και συχνά στην Αγγλία βλέπεις δημοσιεύσεις και εκθέσεις από Έλληνες φωτογράφους για τη σημερινή κατάσταση.

- Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από νέα παιδιά για τη φωτογραφία. Ποια συμβουλή θα τους δίνατε βάσει της εμπειρίας σας ως φωτογράφος, αλλά και ως διδάσκουσα φωτογραφία, όσον αφορά το δημιουργικό κομμάτι και τις σπουδές;

Ο επιμένων νικά είναι η πρώτη μου συμβουλή. Ποτέ μην εγκαταλείπετε, αν η φωτογραφία είναι αυτό που θέλετε να ακολουθήσετε. Όσο δύσκολο και νάναι. Η δεύτερη συμβουλή, είναι να συνδυάσετε αν είναι δυνατόν άλλους φωτογραφικούς τομείς: διδαχή, κάποιες εμπορικές δουλειές - στη δική μου περίπτωση τα τελευταία χρόνια είναι φωτογραφία δημοσίων σχέσεων (διαλέξεις, συνέδρια) - και μερικές φορές άλλα παρεμφερή καλλιτεχνικά όπως εκθέσεις ή βιβλία. Αν η φωτογραφία είναι το μοναδικό μέσο επιβίωσης, μην προσφέρετε τις φωτογραφίες σας χωρίς ανταμοιβή σε χώρους που κανονικά θα πρέπει να πληρώνουν. Το «θα δημοσιεύσουμε το όνομα σας» δεν σας εξασφαλίζει τα προς το ζην. Μη δίνετε τη δουλειά σας σε εμπορικούς χώρους/έντυπα χωρίς αμοιβή εκτός αν ‘κερδίσετε’ με κάποιο τρόπο από κάπου. Για 2 φωτογραφίες, μου πρόσφεραν 4 μέρες σε λουξ ξενοδοχείο στις Σπέτσες. Το να βγάλετε 300 φωτογραφίες για 3 μέρες διακοπών δεν είναι ανταμοιβή, είναι εκμετάλλευση. Μην πουλάτε την δουλειά σας φτηνά, αξίζετε πολύ περισσότερα απ’ ότι πιστεύετε. Αν κάποιες φορές, μερικές δουλειές που σας αναθέτουν δεν σας εκφράζουν, δείτε τις ως τρόπο για να συνεχίσετε με όλες τις υπόλοιπες που είναι σημαντικές για εσάς.

- Δουλεύετε κάποιο καινούριο project αυτή την εποχή;

Δουλεύω το project «4 Γενιές». Δυστυχώς, όχι ακριβώς όπως αρχικά το σκεφτόμουν. Όταν το ξεκίνησα, δεν ήξερα πόσο δύσκολο θα είναι να βρω οικογένειες με 4 γενιές. Επειδή ταξιδεύω για να βρω τις οικογένειες, δεν έχω τον χρόνο που θέλω για να μιλήσω στους ανθρώπους. Συχνά τις φωτογραφίες τις παίρνω πολύ βιαστικά, οι ίδιοι οι φωτογραφιζόμενοι έχουν ταξιδέψει από μακριά για να φωτογραφηθούν και δεν έχουν τον χρόνο να μου μιλήσουν. Ακριβώς το αντίθετο απ’ όλες τις προηγούμενες εργασίες μου... ακόμα δεν έχω κατασταλάξει πώς θα χειριστώ το ύφος της συγκεκριμένης δουλειάς, που έχει την αίσθηση της candid φωτογραφίας. Καταρρίπτω τις αρχές μου, που έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενη ερώτηση. ‘Κομπιάζω’ σε αυτήν την καινούργια για μένα πρακτική. Μου θέτει νέα ερωτηματικά για τη σχέση μου με τους φωτογραφιζόμενους και για το πώς θα συνεχίσω με ‘ανορθόδοξες’ για μένα πρακτικές...

http://www.katkalo.com/

 

Στις 2 Μαρτίου του 2015, σε μια συνέντευξη που είχα πάρει από τον Γιώργο Δεπόλλα για το fmag, τον ρώτησα για το πρόβλημα της μη εύρεσης δουλειάς του στο διαδίκτυο (εκτός ελαχίστων μεμονωμένων φωτογραφιών), με δεδομένο το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει από νέους φωτογράφους και μελετητές της φωτογραφίας. Μου είχε απαντήσει ως εξής: «Η αλήθεια είναι μία, ότι έχω ακόμα κάποιους ενδοιασμούς για το πώς παρουσιάζεται η φωτογραφία στο διαδίκτυο κι εγώ ασφαλώς την προτιμώ τυπωμένη. Εδώ και μερικά χρόνια είχα μια σοβαρή πρόταση από σημαντικό φορέα για μια μεγάλη αναδρομική μου έκθεση, αλλά, δυστυχώς, λόγω των γνωστών συνθηκών έχει αναβληθεί δυο φορές. Ελπίζω, αν κάποια στιγμή γίνει, να ακολουθήσει η δημιουργία του προσωπικού μου site.»

Η έκθεση ακόμη δεν έχει πραγματοποιηθεί, αλλά, ευτυχώς, εδώ και μερικούς μήνες το site του Γιώργου Δεπόλλα είναι διαθέσιμο σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την προσωπική διαδρομή του ιστορικού Έλληνα φωτογράφου και τη φωτογραφία γενικότερα, στη διεύθυνση www.yiorgosdepollas.com.

Πάνω σε λιτό ανθρακί φόντο με λευκά γράμματα, η φωτογραφία ενός ιδιόρρυθμου βαρκάρη-οδηγού που αναμένει τους επισκέπτες υποσχόμενος ξενάγηση σε έναν διαφορετικό κόσμο, μας προετοιμάζει για τη συνέχεια. Με τη χαρακτηριστική άνεση του Γιώργου Δεπόλλα να εκφράζεται αποκλειστικά φωτογραφικά, χωρίς τη βοήθεια γραπτού λόγου, η φωτογραφία σκιαγραφεί το περιεχόμενο της δουλειάς του: αυτοπορτρέτο, περιέργεια, αμφισβήτηση, χιούμορ, ειρωνεία.

Το βιογραφικό του, δίγλωσσο, σε γραπτό αλλά και φωτογραφικό λόγο που αρθρώνεται με μια σειρά πορτρέτων και αυτοπορτρέτων του από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Η ανάρτηση του ντοκιμαντέρ «Ο ξένος», στο πεδίο «Film», βοηθά τον επισκέπτη να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της πληθωρικής προσωπικότητας του φωτογράφου.

Η δουλειά του, χωρισμένη σε δύο κατηγορίες με τους χαρακτηρισμούς «Δημιουργική Φωτογραφία» και «Ταξιδιωτική Φωτογραφία», που αφορούν την προσωπική και επαγγελματική του φωτογραφία αντίστοιχα, τις οποίες υπηρέτησε ταυτόχρονα με μια αξιοθαύμαστη ισορροπία, είναι δομημένη λειτουργικά και παρουσιασμένη με έναν ρετρό  θα μπορούσαμε να πούμε τρόπο: Οι φωτογραφίες εμφανίζονται σε μικρό μέγεθος και συχνά μέσα σε πλαίσιο. Το σημαντικό στην προσωπική του δουλειά (Δημιουργική Φωτογραφία), είναι ότι ο φωτογράφος έχει επιλέξει να αναρτήσει όχι μόνο τις διάσημες εργασίες του, αλλά και πρώιμες, πειραματικές καθώς και άγνωστες στο κοινό σειρές, δίνοντάς μας την ευκαιρία να κατανοήσουμε την πορεία του στο φωτογραφικό χώρο και τις ανησυχίες του στο πέρασμα του χρόνου.Τα σετ «Στην παραλία», «Άσυλο», «Ανέκδοτα ντοκουμέντα», «Δεκατρείς παράξενοι θάνατοι» κ.ά. είναι τοποθετημένα ανάμεσα στα υπόλοιπα, ανάλογα με τη χρονολογία κατά την οποία υλοποιήθηκαν. Ίσως κάποιος άλλος να επέλεγε να αναρτήσει στην ιστοσελίδα του μόνο κάποιες από τις προσωπικές και πιο επιτυχημένες δουλειές του για ευνόητους λόγους, αλλά ευτυχώς για εμάς ο Γιώργος Δεπόλλας δεν έχει τέτοιου είδους ανασφάλειες. 
Τα κείμενα που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είναι σύντομα και περιεκτικά, με καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα, αφήνοντας την αφήγηση του εκάστοτε θέματος στις εικόνες. Ταυτόχρονα, σε ένα ξεχωριστό πεδίο με τίτλο «Κείμενα & Συνεντεύξεις», μπορεί κανείς να βρει συνεντεύξεις και κείμενα του Γιώργου Δεπόλλα, κείμενα επιμέλειας και κριτικές για τη δουλειά του από σημαντικούς ανθρώπους του χώρου, όπως ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, ο Κωστής Αντωνιάδης, η Αλεξάνδρα Μόσχοβη και άλλοι. Η συγκέντρωση όλων αυτών των κειμένων σε ψηφιακή μορφή και στον ίδιο χώρο, είναι πολύ χρήσιμη καθώς τα περισσότερα βρίσκονται σε προλόγους εκδόσεων, καταλόγους εκθέσεων και περιοδικά που είναι δύσκολο ή αδύνατο να βρεθούν σήμερα.

Τέλος, στο πεδίο «Βιβλία» μπορεί να βρει κανείς τις δουλειές από τη δημιουργική και την ταξιδιωτική φωτογραφία, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

Η σκηνοθετική ιδιότητα του Γιώργου Δεπόλλα, υπήρξε καταλυτική στη διαμόρφωση της φωτογραφικής του γλώσσας και σε συνδυασμό με την αισθητική του, την κριτική ματιά και την έντονή του προσωπικότητα, του έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό φωτογραφικό έργο, το οποίο καταφέρνει με τρόπο μοναδικό να θίξει και να σχολιάσει θεωρητικά ζητήματα της φωτογραφίας με εικονικό λόγο.

Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του σκηνοθέτη, ο Γιώργος Δεπόλλας έχει πραγματοποιήσει και την καλλιτεχνική επιμέλεια της ιστοσελίδας του. Ενός χώρου, που αποτελεί πλέον κομμάτι του ψηφιακού φωτογραφικού αρχείου της Ελλάδας και είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.

Νατάσα Καρακατσάνη