Yol in Turkish means road. The road which goes east, within the Turkish mainland, through plains, mountains, rivers and seas, witnessing the spacetime which implies the past, the memory and the common affinities of the people who crossed it over the centuries. (See more at The Jason's Quest.)

Yol σημαίνει δρόμος. Εκείνος που οδηγεί ανατολικά, στο εσωτερικό της Τουρκίας. Εκείνος που μέσα από κάμπους, βουνά, ποτάμια και θάλασσες, ορίζει μια διαδρομή παράλληλη με τις ζωές των ανθρώπων και γίνεται μάρτυρας ενός χωροχρόνου που υπαινίσσεται το παρελθόν, τη μνήμη, τις πολιτιστικές συγγένειες. Εκείνος που καταλήγει στην κοινή μοίρα των λαών που τον διέσχισαν στο διάβα των αιώνων. (Περισσότερα στο Ταξίδι του Ιάσονα.)