(Απόσπασμα)

Είχαμε πάει να φωτογραφήσουμε. Δεν ξέρω τι. Περιπλανιόμαστε σ' ένα αχανές, επίπεδο τοπίο ανέμελοι – μιλούσαμε, γελούσαμε – λες και περιμέναμε τα θέματα που από στιγμή σε στιγμή θα έπεφταν από τον ουρανό. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο βεβαιότητα.
Το ξεκίνημα του σεισμού μου διαφεύγει. Θυμάμαι μόνο το αποτέλεσμα. Μια ρωγμή στο έδαφος με απύθμενο βάθος, εγώ από τη μία πλευρά της φρεσκοκομμένης χαράδρας κι εσύ από την άλλη. Πίσω μου έρημο δάσος. Μπροστά πετρώδης στέπα με μικρούς θάμνους κι εσένα να κουτσαίνεις έχοντας στραμπουλίξει το πόδι. Θα έπεσες με το τράνταγμα. Παρόλα αυτά έρχεσαι ως το χείλος της χαράδρας, ατενίζεις το ύψος της, «μετράς» το πλάτος του ανοίγματος, την ακολουθείς με το βλέμμα ως εκεί που χάνεται, πρώτα δεξιά κι ύστερα αριστερά, οπισθοχωρείς μερικά βήματα, κάθεσαι κάτω απογοητευμένος, γυρίζεις προς εμένα και με κοιτάζεις αμίλητος. Σε κοιτάζω κι εγώ. Δεν κάνω καμία κίνηση να εκτιμήσω με τη σειρά μου το προσπελάσιμο ή όχι αυτού που μας χωρίζει. Γυρίζω προς το δάσος κι αρχίζω να απομακρύνομαι με σταθερά βήματα. Νιώθω τα μάτια σου στην πλάτη μου. Βλέπω να δέντρα να πλησιάζουν. Είναι το ίδιο απίστευτα κοντά και μακριά. Όπως κι εσύ. Μόλις βρίσκομαι στην κατάλληλη απόσταση σταματώ, γυρίζω κι αρχίζω να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ προς τον γκρεμό. Δεν γίνεται να μη χαμογελάω. Κλείνω τα μάτια προσπαθώντας να φανταστώ την έκπληξη στο πρόσωπό σου. «Μόνο ν' ανοίξουν τα φτερά...» ψιθυρίζει κάποιος μέσα στο μυαλό μου κι αυτή είναι η τελευταία αμφιβολία που του επιτρέπω να ξεστομίσει πριν τον πετάξω στην άβυσσο.