Στην Άρτεμη

Ήταν μια φορά ένας όμορφος δρόμος. Ξεκινούσε απ' το βουνό, διέσχιζε τον κάμπο και έφτανε μέχρι τη θάλασσα. Πάνω του ταξίδευαν άνθρωποι, ζώα, έντομα και ό,τι άλλο περπατούσε ή σερνόταν, μην αφήνοντάς τον σχεδόν ποτέ έρημο. Η αίσθηση πως κάτι ζωντανό και ζεστό τον άγγιζε, του έδινε μεγάλη χαρά. Τίποτε άλλο δεν ζητούσε, εκτός από τη βροχή τις καυτές μέρες του καλοκαιριού για να κατακαθίσει η σκόνη του ή τον ήλιο τις παγωμένες μέρες του χειμώνα για να λιώσει τον πάγο που τον σκέπαζε. Ζούσε με δυο λόγια, απλά και λιτά και πίστευε ότι έτσι θα ζούσε πάντα. Όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Όχι μόνο επειδή υπάρχει ο χρόνος που περνά και φθείρει αργά μα αμετάκλητα, αλλά κι επειδή υπάρχει ο άνθρωπος που μεταμορφώνει βίαια και απερίσκεπτα. Έτσι, ήρθε μια μέρα που ο όμορφος δρόμος δεν θύμιζε σε τίποτα τον παλιό εαυτό του. Φάρδυνε, μαντρώθηκε και τέλος καλύφθηκε με ένα μαύρο παχύ στρώμα που το έλεγαν άσφαλτο. Δεν μπορούσε να δει πια το φως, να μυρίσει τον αέρα, η βροχή δεν έφτανε ως εκείνον και νόμιζε πως πεθαίνει από ασφυξία. Μα το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε πλέον να νιώσει όσους ταξίδευαν πάνω του. Συνέχιζε να υπάρχει, έκανε την ίδια δουλειά κι όμως αισθανόταν νεκρός. Απελπισία τον κυρίεψε. Απελπισία που έγινε πόνος και τον κατέτρωγε σιγά σιγά. Δεν ήξερε ότι, στο μεταξύ, μαζί του είχαν αλλάξει και οι ταξιδιώτες. Ούτε ζώα, ούτε άνθρωποι ούτε έντομα περπατούσαν πάνω στην άσφαλτο. Μεταλλικά κουτιά με λαστιχένιες ρόδες έτρεχαν βιαστικά καταπίνοντας τα χιλιόμετρα, χωρίς να σταματούν σχεδόν καθόλου, μέρα και νύχτα. Κι ενώ ο δρόμος ευχόταν να γίνει ένα θαύμα και να αλλάξουν τα πράγματα, ένα θαύμα που θα τον έκανε να νιώσει ζωντανός, αισθάνθηκε κάτι ζεστό να διαπερνά την άσφαλτο και να φτάνει μέχρι κάτω, ποτίζοντας το χώμα του. Ένα άγνωστο παχύρευστο κόκκινο υγρό που αμυδρά κάτι του θύμιζε, αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει. Κουρασμένος όπως ήταν ύστερα από τόσο πόνο και στέρηση, χωρίς να σκεφτεί περισσότερο, ο δρόμος καλοδέχτηκε το κόκκινο υγρό. Το μύρισε, το ψηλάφισε, το ρούφηξε για να διώξει τη δίψα του. Κι από τότε το περίμενε με αδημονία κι ευγνωμοσύνη όπως ο φυλακισμένος την καθημερινή του βόλτα έξω από το κελί. Έμαθε να ζει μ' εκείνο το κόκκινο υγρό και να υπομένει τα βάσανα, παρηγορώντας τον εαυτό του πως τουλάχιστον ήταν ακόμη ταξιδιάρης. Και κανείς δεν βρέθηκε να του πει ποτέ ότι δεν ήταν πια ένα όμορφος δρόμος, αλλά ένας βρικόλακας διψασμένος για αίμα, καταραμένος από τους ίδιους τους δημιουργούς του. Ένοχος αποδεδειγμένα, χωρίς ποτέ του να έχει φταίξει...