Η πόλη μπορεί να εμπνεύσει ποικιλοτρόπως. Το ξέρουμε. Το βλέπουμε στα έργα τέχνης που έχουν δημιουργηθεί όσα χρόνια αυτή υπάρχει. Το ερώτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν με τι τρόπο θα γινόταν αυτό και τι αποτέλεσμα θα είχε σε μια ομάδα φοιτητριών που προσπαθούσαν να εξερευνήσουν το σώμα της χρησιμοποιώντας το δικό τους. Ας πούμε, πως κάπως έτσι ξεκίνησε για μένα το ερευνητικό-εκπαιδευτικό πρόγραμμα «ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ».

035a

Για κάποιον που ασχολείται με τη φωτογραφία, η πρόκληση να παρακολουθήσει την πορεία μιας τέτοιας έρευνας και να προσπαθήσει να αποτυπώσει στιγμές που δείχνουν χωρίς λόγια την έκβασή της είναι μεγάλη. Η απλή καταγραφή δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη του να συμμετάσχει ενεργά σε κάτι που τον αγγίζει ούτε του δίνει τη δυνατότητα να εκφράσει τον προβληματισμό και τα βιώματά του. Πρέπει λοιπόν να βρει τρόπο, εκτός από την αναγκαία καταγραφή των δράσεων, να συλλάβει τις στιγμές εκείνες που η ενέργεια των χώρων μεγιστοποιεί τα συναισθήματα των ανθρώπων και τους οδηγεί να τα εξωτερικεύσουν μέσω μιας εκφραστικής κίνησης που είναι αναγνωρίσιμη και έχει τη δύναμη να συγκινήσει. Αυτές οι στιγμές, παγώνουν με το πάτημα ενός κουμπιού και γίνονται εικόνες που, αφού ξεδιαλεχτούν ανάμεσα σε πλήθος άλλων, παίζουν τον ρόλο των λέξεων που θα χρησιμοποιήσει ο φωτογράφος για να αρθρώσει με τη σειρά του το δικό του λόγο, δείγμα του πως η πόλη ενέπνευσε και τον ίδιο. Πρόκειται για μια διαδραστική διαδικασία, τα αποτελέσματα της οποίας εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες.

Επισκεπτόμενοι τους επιλεγμένους χώρους στους οποίους έλαβε μέρος η έρευνα του προγράμματος, οι φοιτήτριες ενεργούσαν αυθόρμητα και βάσει των εντυπώσεων που τους προκαλούσε το κάθε κτήριο ή σημείο της πόλης. Τα κινητικά δρώμενα που εκτελούσαν ήταν μοναδικά και φυσικά δεν επαναλαμβάνονταν. Η έκταση κάποιων από αυτά αρκετά μεγάλη και δύσκολα την παρακολουθούσε κανείς ολόκληρη. Η οπτική γωνία συχνά περιορισμένη λόγω του ότι δουλεύαμε δύο άνθρωποι ταυτόχρονα -εγώ και ο Γιάννης Στρατουδάκης- φωτογραφίζοντας και βιντεοσκοπώντας αντίστοιχα. Παρόλα αυτά, εκείνο που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ήταν η προεργασία η οποία είχε γίνει από την ομάδα των φοιτητριών και την υπεύθυνη όχι μόνο σε ότι αφορά το κινητικό κομμάτι, αλλά και το κομμάτι της εγρήγορσης, που είχε ως στόχο το άνοιγμα νου και αισθήσεων στα καινούρια κάθε φορά ερεθίσματα. Αυτό που συνέβαινε στα κορίτσια όταν φτάναμε σε έναν χώρο ήταν σχεδόν μαγικό. Αφήνονταν κυριολεκτικά να τα «ρουφήξει» εντός του, να τα κάνει κτήμα του και να μιλήσει μέσα από τα σώματά τους.

Βιώνοντας όλο αυτό για εννέα μήνες (συν επτά που ακολούθησαν μετά την τυπική ολοκλήρωση του έργου), είδα με εντελώς διαφορετικό μάτι τις έννοιες ΧΟΡΟΣ και ΧΩΡΟΣ και τη σχέση ανάμεσά τους. Και κατάλαβα πόσο σπουδαίο είναι στην εποχή που ζούμε να ξαναεπιστρέψουμε στο σώμα μας, να το ελευθερώσουμε και να το αφήσουμε να μιλήσει για μας. Γι' αυτό, αισθάνομαι πραγματικά τυχερή που συμμετείχα στο πρόγραμμα κι ευχαριστώ τη Μαρία Τσουβαλά και τα κορίτσια που με έκαναν να νιώσω έτσι.