(Απόσπασμα)

Σήμερα το μεσημέρι συνέβη κάτι παράξενο. Γυρνούσα από το γραφείο στο σπίτι. Μέσα στο αυτοκίνητο ήμουν κι έστριψα μετά τον κινηματογράφο της Εξωραϊστικής αριστερά για να βγω στην Πολυμέρη. Ένα αυτοκίνητο  σταματημένο στη μέση του δρόμου με εμπόδισε. Οι πόρτες του ήταν ανοικτές και ο οδηγός γύρισε προς το μέρος μου εκφράζοντας με νοήματα την ανικανότητά του να το μετακινήσει. Είχε μείνει. Για κάποιο λόγο που δεν γνώριζα, το άγνωστο όχημα ήταν νεκρό.
Έβαλα όπισθεν κι άρχισα να υποχωρώ για να πάρω τον παράπλευρο προς το πάρκο δρόμο και να στρίψω αριστερά στην Τρικούπη. Ο καιρός ήταν ζεστός κι απρόσμενα ψηλή η θερμοκρασία σχετικά με τις προηγούμενες μέρες. Όταν τελείωσε η οπισθοχώρησή μου και έβαλα πρώτη για να ξεκινήσω, το βλέμμα μου έπεσε στον ουρανό. Καταγάλανος με μερικά άσπρα σύννεφα να ταξιδεύουν στη λιακάδα. Ήταν ψηλά αρκετά, ώστε να γίνεται αισθητή η κυκλική τροχιά τους και να ορίζουν τη γήινη ατμόσφαιρα σαν θόλο από γυαλί.
Κάτι αναπήδησε αστραπιαία στο στήθος μου. Κι έτσι καθώς ήμουν ανυποψίαστη και με ουσιαστικά άδειο το μυαλό, ένας αλλόκοτος φόβος θρονιάστηκε μέσα του… «Κι αν είμαι σε μια κρυστάλλινη σφαίρα που μόλις πριν λίγο κάποιος κούνησε κι ακούμπησε στο τραπέζι;  Αν όλος ο κόσμος μου βρίσκεται μέσα στη σφαίρα κι αυτός που την κούνησε χαζεύει τώρα τα σύννεφα που κινούνται γύρω γύρω αντί για ψεύτικο χιόνι ή ασημόσκονη;»
Ήταν τόσο αυθόρμητη η σκέψη αυτή, τόσο ξεκάθαρη, τόσο αποκομμένη από συνειρμούς που με ανατρίχιασε. Για να ακριβολογήσω, δεν ήταν σκέψη. Βίωμα συναισθήματος ήταν. Δεν το δημιούργησα, ήρθε ακάλεστο. Σκέψεις παρόμοιες πολλές φορές κάνουμε, διαβάζουμε από άλλους, είναι μέρος του προβληματισμού μας. Πρώτη φορά όμως από τη θεωρία περνούσα στην εμπειρία ενός φόβου παρόμοιου. Μπορεί να φταίει η δημιουργία και η τέχνη, γύρω από τα οποία κουβεντιάζουμε συνεχώς. Ή η απορία μου για το αν οι κόσμοι που πλάθονται από τους καλλιτέχνες έχουν δική τους ζωή. Ποιος ξέρει;