(Ιστορίες από την αυλή της Χριστίνας)

Ήταν αρχές Δεκέμβρη κι ένα από τα τελευταία σμήνη αποδημητικών έπαιρνε τον δρόμο για την Αφρική. Πετούσαν ακριβώς πάνω από τον χείμαρρο Ξηριά, ακολουθώντας την κοίτη του με κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Το πέρασμα τους δεν είχε τελειωμό. Σταμάτησα να ακολουθώ τα παιδιά στα παιχνίδια τους, σήκωσα το κεφάλι ψηλά, άνοιξα το στόμα και κάρφωσα το βλέμμα στα πουλιά. Δεν θυμάμαι πριν πόσα χρόνια είχα πετύχει παρόμοια σκηνή και αισθανόμουν ευγνωμοσύνη που η τύχη με οδήγησε στον Οικισμό και η Φωτογραφία έγινε αφορμή να γνωριστώ με τους ανθρώπους του και να περνώ τέτοιες ιδιαίτερες στιγμές εκεί. Αισθανόμουν, βέβαια, κι άλλα ταυτόχρονα, όπως μια ανεξήγητη χαρά και την αίσθηση δέους που με πλημμύριζε μικρή, όποτε ανακάλυπτα ή βίωνα κάτι που γνώριζα μόνο από τα βιβλία. Γι’ αυτό με ξάφνιασε η φωνή της Χριστίνας, που πατώντας στο παρκαρισμένο βαν, είχε σκαρφαλώσει στη σκεπή της κουζίνας τους.

«Τα ψαρόνια! Τα ψαρόνια! Κυρία, κάντε μια ευχή και θα πιάσει! Γρήγορα!»

Η ευχή φανερώθηκε μόνη της λες και περίμενε κρυμμένη πίσω από την πόρτα. Kαι τα χέρια μου, μόνα τους κι αυτά, έπιασαν τη μηχανή και πάτησαν βιαστικά το κουμπί, τη στιγμή που η Χριστίνα χόρευε πάνω στη στέγη αναπαριστώντας το πέταγμα των πουλιών.

bb052