Μια μικρή πολιτεία από νταλίκες και τροχόσπιτα, μετακινείται από πόλη σε πόλη σε μια ξένη χώρα, που εδώ και ένα χρόνο έχει γίνει η δεύτερη πατρίδα των κατοίκων της. Κάποιοι από αυτούς είναι νέοι, στο ξεκίνημα της ζωής τους, κάποιοι μεγαλύτεροι, έχοντας ήδη δική τους οικογένεια, κάποιοι μεσήλικες κι εντελώς μόνοι. Δυο τρεις είναι παιδιά που ακόμη δεν έχουν πάει σχολείο. Πίσω από μια τεράστια σκηνή, στημένη σε χωμάτινη αλάνα, ζουν τις ζωές τους όπως όλοι μας. Κοιμούνται, ξυπνούν, ψωνίζουν, μαγειρεύουν, παίζουν, ερωτεύονται, εργάζονται. Δεν τους απασχολεί πού θα βρίσκονται τους επόμενους μήνες, "φτάνει να έχει δουλειά". Στον ελεύθερο χρόνο τους εξερευνούν τον τόπο που τους φιλοξενεί και προσπαθούν να μάθουν τη γλώσσα των ντόπιων. Τα παιδιά ονειρεύονται να ακολουθήσουν τα βήματα των γονιών τους. Όλα μοιάζουν συνηθισμένα και οικεία. Όσο όμως τα καθίσματα των θεατών μέσα στη σκηνή γεμίζουν, οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας μεταμορφώνονται σε ακροβάτες, ζογκλέρ, κλόουν και παίρνουν τις θέσεις τους στον σκοτεινό χώρο πίσω από την κουρτίνα. Τα πειράγματα και οι φωνές σταματούν. Προετοιμασία και αυτοσυγκέντρωση. Όλα είναι υπολογισμένα, χρονομετρημένα κι επαναλαμβάνονται δις. Μόνο όταν πάψουν και τα τελευταία χειροκροτήματα και βγουν τα κοστούμια και το μακιγιαζ, επανέρχεται η γνώριμη καθημερινότητα. Οι μεγάλοι πρέπει να κάνουν μπάνιο, τα παιδιά να φάνε, τα σκυλιά να πάνε βόλτα, τα φώτα να σβήσουν, η τηλεόραση να ανάψει...