VIEWS & INTERVIEWS

O Kωστής Aντωνιάδης σπούδασε Φυσική και από το 1974 εργάζεται ως επαγγελματίας φωτογράφος. Είναι ιδρυτικό μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών και από το 1979 έχει οργανώσει και παρουσιάσει πολυάριθμες εκθέσεις φωτογραφίας Ελλήνων και ξένων φωτογράφων στην Ελλάδα και σε διεθνή φεστιβάλ στο εξωτερικό. Διετέλεσε διευθυντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (2003-2005) και από το 2006 εργάζεται ως ανεξάρτητος επιμελητής εκθέσεων. Φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έχει συγγράψει κείμενα και μελέτες για τη φωτογραφία και έχει επιμεληθεί την έκδοση φωτογραφικών λευκωμάτων. Είναι ομότιμος καθηγητής φωτογραφίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Το παραπάνω σύντομο βιογραφικό ελάχιστα σκιαγραφεί την προσωπικότητα και το έργο ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας. Η καλλιτεχνική δουλειά του Κωστή Αντωνιάδη, πολυεπίπεδη και πρωτοποριακή, διεύρυνε το φωτογραφικό πεδίο και επηρέασε την πορεία και την εξέλιξη της φωτογραφίας στην Ελλάδα. Η ακαδημαϊκή καριέρα του συνέβαλε στον εμπλουτισμό του θεωρητικού φωτογραφικού λόγου και τη δημιουργία μιας νέας δυναμικής γενιάς Ελλήνων φωτογράφων. Η εξίσου επιτυχημένη διαδρομή του στα μονοπάτια της τέχνης, της επιστήμης και της εκπαίδευσης, νομίζω ότι αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα του. Ο Κωστής Αντωνιάδης είναι ένας πολύπλευρος άνθρωπος, μόνιμα προπορευόμενος της εποχής που ζει, με ανεξάντλητη ενέργεια, φαντασία και ανήσυχο πνεύμα. Ο τρόπος που προσεγγίζει φωτογραφικά και θεωρητικά ζητήματα ισορροπεί την καλλιτεχνική ευαισθησία με την επιστημονική μέθοδο. Αμφισβητεί, υποθέτει, πειραματίζεται, επεμβαίνει, ξεπερνά τα όρια, ψάχνει κάτω από την επιφάνεια. Θυμίζει τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες-επιστήμονες που επιζητούσαν την αλήθεια παράλληλα με την έκφραση και δεν δίσταζαν, εκτός από το να δημιουργούν, να ανατέμνουν, να υπολογίζουν, να εφευρίσκουν. Η φωτογραφία μοιάζει να είναι γι’ αυτόν ένα ανεξάντλητο πεδίο έρευνας με συνάψεις σε κάθε τομέα της ζωής και ταυτόχρονα μια γλώσσα με την οποία αρθρώνει λόγο για αυτή την ίδια και την ιδιαίτερη σχέση της με τον άνθρωπο.

- Γνωρίζοντας το έργο σας κι επειδή συχνά ο μύθος του καλλιτέχνη, δασκάλου και θεωρητικού κρατά τον άνθρωπο στη αφάνεια, θα θέλαμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας για τον Κωστή Αντωνιάδη πριν την ενασχόλησή του με τη Φωτογραφία. Πώς είσαστε ως παιδί, τι όνειρα κάνατε για το μέλλον, ποιες εμπειρίες σας σημάδεψαν;

Ο κινηματογράφος. Κατά κάποιο τρόπο ήμουν από μικρός μέσα στις κινηματογραφικές ταινίες. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι στο Παλαιό Φάληρο με έναν υπέροχο κήπο και εκεί ζούσα ενεργητικά διάφορους ρόλους, επαναλάμβανα σκηνές που είχα δει στο σινεμά. Συχνά επινοούσα δικές μου ιστορίες τις οποίες διηγιόμουνα στους δικούς μου μέχρι που γίνονταν μέρος της πραγματικότητας. Οι εικόνες που τις συνόδευαν ήταν τόσο έντονες και ακριβείς που από κάποια στιγμή και έπειτα πίστευα πως αυτά που φανταζόμουν είχαν πράγματι συμβεί. Βλέπετε πως από πολύ μικρή ηλικία ήξερα τι θα κάνω και είμαι ευτυχής που τα κατάφερα.

- Πώς και πότε η φωτογραφία μπήκε στη ζωή σας και, καθώς φαίνεται, κυριάρχησε;

Υπεύθυνος για τη σχέση μου με τη φωτογραφία είναι ασφαλώς ο πατέρας μου, που σαν ερασιτέχνης φωτογράφος είχε φτιάξει στο σπίτι μας ένα σκοτεινό θάλαμο, εμφάνιζε φιλμ και τύπωνε φωτογραφίες. Καθοριστική όμως για το επάγγελμα του φωτογράφου ήταν η σχέση μου με έναν γείτονα, φίλο της οικογένειας ο οποίος περιστασιακά εργαζόταν ως φωτογράφος. Δουλειά του ήταν να φωτογραφίζει στα ναυπηγεία τις υλικές φθορές στα ύφαλα των δεξαμενόπλοιων και με έπαιρνε καμιά φορά μαζί του. Εκεί λοιπόν, με καλή παρέα, δυο Hasselblad και ένα φορητό φλας, κάτω από τον τεράστιο όγκο των δεξαμενόπλοιων πήρα την απόφαση να γίνω φωτογράφος. Άργησε βέβαια αυτό να γίνει,γιατί πρώτα έπρεπε να τελειώσω με τις σπουδές μου στη Φυσική, αλλά από το 1974 πρακτικά δεν κάνω τίποτα άλλο.

- Μπορείτε να μας περιγράψετε πως ήταν για τη φωτογραφία εκείνη η εποχή;

Την δεκαετία του 70 ότι και να έκανες στη φωτογραφία, ήταν κάτι καινούργιο. Φωτογραφική παράδοση δεν υπήρχε, καθώς ελάχιστες εργασίες της παλαιότερης γενιάς φωτογράφων ήταν γνωστές. Τότε γνωρίστηκα και με άλλους φωτογράφους όπως το Γιώργο Δεπόλλα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Στέφανο Πάσχο και μαζί ξεκινήσαμε τη πορεία μας στη φωτογραφία. Από μια άποψη λοιπόν είμαστε τυχεροί που ζήσαμε εκείνη την εποχή αλλά προβλήματα υπήρχαν πολλά. Το είδος της φωτογραφίας που υπερασπιζόμασταν, η δημιουργική προσωπική φωτογραφία, ήταν δύσκολο να επιβιώσει ανάμεσα σε στρεβλώσεις και φοβίες. Από τη μια μεριά είχαμε να αντιμετωπίσουμε την δυσπιστία των ερασιτεχνών αλλά και των επαγγελματιών φωτογράφων και από την άλλη την υπεροψία των εικαστικών κριτικών και καλλιτεχνών. Η δημιουργία του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών το 1979 πιστεύω πως ήταν καθοριστική για τον τρόπο που αναπτύχθηκε η φωτογραφία στην Ελλάδα. Καταφέραμε να συσπειρώσουμε σημαντικό αριθμό φωτογράφων, οργανώσαμε εκατοντάδες εκθέσεις ελλήνων και ξένων φωτογράφων, προβολές, διαλέξεις, και με τα ελάχιστα οικονομικά μέσα που διαθέταμε πιστεύω πως καταφέραμε πολλά. Το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών στην οδό Σίνα 52 επί 25 έτη ήταν κατά κάποιο τρόπο το σπίτι της φωτογραφίας. Αυτό το θυμούνται πολλοί και το νοσταλγούν.

- Αναπτύξατε μια σύγχρονη και τολμηρή θεματολογία, ασχοληθήκατε με τη φωτογραφία ως φαινόμενο και την αθέατη πλευρά της φωτογραφικής εικόνας, κλείνοντας το μάτι στο φαντασιακό. Αναρωτιέμαι μήπως το βασικό σας θέμα, το οποίο σπονδυλωτά δημιουργείται όλα αυτά τα χρόνια, είναι μια οπτική διατριβή πάνω στην ίδια τη φωτογραφία…

Δεν έχετε άδικο, και να πω την αλήθεια ποτέ δεν το σκέφτηκα με αυτό τον τρόπο. Το φαντασιακό ήταν αυτό που υπαγόρευε τη θεματολογία μου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Από το 1984 με τη σειρά των Χρησιμοποιημένων Φωτογραφιών στην αρχή κάθε εργασίας έκανα μια υποθετική ερώτηση. Πως θα ήταν, για παράδειγμα, η Αθήνα εάν στα διαφημιστικά πανό οι εικόνες άλλαζαν ή πως θα έμοιαζαν τα ερειπωμένα σπίτια αν οι ιστορίες των κατοίκων τους είχαν αποτυπωθεί στους τοίχους τους. Μετά η υπόθεση έμενε να επιβεβαιωθεί χρησιμοποιώντας τεχνικές που θα έδιναν σε αυτή την απαραίτητη αληθοφάνεια. Κι έπειτα κάθε φορά κοιτάζοντας τις φωτογραφίες μου έπρεπε να απαντήσω στην κρίσιμη ερώτηση: δουλεύει ή όχι; Άλλες φορές η σκέψη μου ακολουθούσε άλλες διαδρομές. Στους «Χάρτες» για παράδειγμα, ήταν να «καθαρίσω» το βλέμμα μου από το φωτογραφημένο τοπίο, να δω στη φύση κάτι για πρώτη φορά. Κι αυτό με οδήγησε σε μια οικολογική δράση με την επινόηση μιας σύνθετης οπτικής αφήγησης, που περιγράφει το τοπίο χωρίς να το δείχνει. Σε κάθε περίπτωση όμως πραγματικό αντικείμενο της εργασίας μου ήταν να μελετήσω την ίδια τη φωτογραφία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μας συνδέει με την πραγματικότητα.

- Έχετε επιμεληθεί τις δουλειές πολλών Ελλήνων και ξένων φωτογράφων. Πιστεύετε ότι ο επιμελητής μπορεί να αναδείξει το έργο ενός δημιουργού χωρίς να επηρεάσει την ταυτότητά του ή κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό;

Η επιμέλεια φωτογραφικών έργων είναι ένα επάγγελμα, μια εργασία που χρειάζεται εμπειρία, τεχνικές και ιστορικές γνώσεις. Όταν ο επιμελητής αντιμετωπίζει το έργο ενός φωτογράφου με αυτό τον τρόπο τότε η δουλεία, για να το πω απλά, γίνεται. Προσωπικά όταν αναλαμβάνω κάποια επιμέλεια συζητάω, ακούω προσεκτικά το φωτογράφο και προσπαθώ να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει τις σκέψεις του στις φωτογραφίες του. Από την ποιότητα αυτής της συζήτησης ξεκινάνε όλα. Αν θα αποκαλυφθεί μια κρυμμένη ποιότητα, αν θα αναδειχθεί το α ή β στοιχείο της εργασίας του φωτογράφου. Κάθε σοβαρή συζήτηση μας επηρεάζει οπότε και η ανάθεση επιμέλειας μπορεί υπό προϋποθέσεις να δώσει στην εργασία του φωτογράφου μια διαφορετική τροπή. Συχνά όμως οι επιμελητές επιβάλλουν τη δική τους άποψη και σε ορισμένες περιπτώσεις επιχειρούν να αναδειχθούν οι ίδιοι σε βάρος του έργου του φωτογράφου. Με την ευκαιρία θα ήθελα εδώ να προσθέσω πως η επιμέλεια στην περίπτωση μιας ομαδικής φωτογραφικής έκθεσης ή λευκώματος είναι διαφορετική. Ο επιμελητής δηλαδή, μπορεί να παραβιάσει ένα φωτογραφικό έργο, επιλέγοντας από αυτό φωτογραφίες που εξυπηρετούν το δικό του θέμα του ή ενισχύουν την άποψή του γι αυτό. Αλλά και πάλι είναι θέμα συνεννόησης με τους φωτογράφους, να γνωρίζουν δηλαδή ποιο είναι το θέμα της έκθεσης, ποιοι άλλοι φωτογράφοι συμμετέχουν σε αυτό κτλ.

- Συχνά, λέτε ότι σας ενδιαφέρει η αφήγηση σε μία φωτογραφική εργασία. Θα μπορούσαμε να μας πείτε μερικά πράγματα γι’ αυτό;

Η αφήγηση αρχίζει να διαμορφώνεται από τη στιγμή που θα ξεκινήσει ένας εσωτερικός διάλογος. Αφορμή μπορεί να είναι κάτι ελάχιστο που παρατηρούμε σε μια φωτογραφία, λχ μια φωτοσκίαση, ένα βλέμμα ή κάποια χειρονομία. Κι έτσι σιγά σιγά αρθρώνεται μια ιστορία. Είναι ο φωτογράφος, εκεί μπροστά στο θέμα του, είναι το άνοιγμα της ιστορίας στον εκτός κάδρου χώρο, είναι οι περιστάσεις της φωτογράφησης που σχηματίζουμε με τη φαντασία μας. Αυτός είναι ο χρόνος που καταλαμβάνει η αφήγηση και δεν αφορά τόσο στην πραγματικότητα όσο στη δική μας αντίληψη και ανάγνωση του φωτογραφημένου συμβάντος. Τη μαγεία μάλιστα της φωτογραφίας μπορεί κανείς να την μετρήσει με την ένταση ανάμεσα σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, την ιστορία δηλαδή που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και σε αυτό το άγνωστο, το διαφορετικό που διαισθανόμαστε πως πραγματικά έχει συμβεί. Κι έπειτα είναι και οι άλλες φωτογραφίες που την πλαισιώνουν και συμμετέχουν, ενισχύουν, απλώνουν την αφήγηση, συντηρούν το αίνιγμα. Νέοι κυρίως φωτογράφοι μου λένε συχνά πως αυτή η ανάγνωση δεν ταυτίζεται με τη σκέψη τους, τις πραγματικές περιστάσεις της φωτογράφισης, και σ’ αυτό αισθάνονται πως έχουν κάνει κάτι λάθος, πώς ο θεατής εντέλει δεν κατάλαβε αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να πουν. Η απάντησή μου είναι πως εάν ζητούμενο είναι αυτό το είδος επικοινωνίας, τότε κακώς ασχολούνται με τη φωτογραφία. Το κείμενο σε αυτή την περίπτωση δουλεύει καλύτερα, μπορεί να αποδώσει με σαφήνεια μια σκέψη.

- Στις μέρες μας, οι τάσεις στη φωτογραφία διαδέχονται η μία την άλλη ταχύτερα από ότι στο παρελθόν, λόγω της ύπαρξης του διαδικτύου. Τι «τρέχει» αυτή τη στιγμή στη φωτογραφία και πόσο θεωρείται ότι θα κρατήσει; Πρέπει οι νέοι φωτογράφοι να ασχολούνται με κάτι τέτοιο ή απλά να ζουν την εποχή τους και να μιλούν γι’ αυτή μέσω των προσωπικών τους βιωμάτων;

Δεν ξέρω τι εννοείτε ρωτώντας πόσο θα κρατήσει. Ή μάλλον διακρίνω στην ερώτηση μια ανησυχία σαν να βιώνουμε μια κακοκαιρία και αναρωτιόμαστε πότε θα περάσει. Δεν μου αρέσουν οι προβλέψεις αλλά διαισθάνομαι πως πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με αυτή τη διαφορετική κατάσταση των φωτογραφικών πραγμάτων. Δεν είναι μόνο το διαδίκτυο, είναι η ευκολία της τεχνικής, είναι και οι σπουδές στη φωτογραφία που έχουν αλλάξει οριστικά το τοπίο. Αντιμετωπίζουμε διστακτικά οτιδήποτε καινούργιο εμφανίζεται στον πολιτισμό μας και η πρόσφατη πολυφωνία μπορεί να μας τρομάζει, αλλά χρειάζεται να την κατανοήσουμε, και να χαρούμε τις νέες προοπτικές που κάθε τόσο εμφανίζονται στον δημιουργικό ορίζοντα. Βέβαια ορισμένα φαινόμενα είναι ανησυχητικά. Είδα προ ημερών την έκθεση APhF 18 στο μουσείο Μπενάκη. Δεκάδες προτάσεις που είχαν ισοπεδωθεί από την αγωνία των φωτογράφων να ταυτιστούν με σύγχρονες πρακτικές, και αναφέρομαι στο τρόπο παρουσίασης των φωτογραφιών τους, διαφορετικά μεγέθη, άναρχη τοποθέτησή τους στους τοίχους, κάδρα στο πάτωμα κτλ, δηλαδή την διακοσμητική, όπως την αποκαλώ, έκθεση των έργων τους. Φοβάμαι πως αυτή η τάση έχει προκύψει μέσα από μια συνεχιζόμενη αβεβαιότητα της θέσης που κατέχει η φωτογραφία στον κόσμο της τέχνης. Γιατί πρόκειται ουσιαστικά για «εγκαταστάσεις» κι αναρωτιέμαι, πάλι τα ίδια; πάλι το δεκανίκι των εικαστικών τεχνών; Είναι βέβαια και η εμπορική αξία της φωτογραφίας και οι επιμελητές των γκαλερί που επιδιώκουν να τις πουλήσουν. Οι εγκατάσταση των φωτογραφικών έργων στον εκθεσιακό χώρο φαίνεται πως προσδίδει σε αυτά μια πρόσθετη καλλιτεχνική αξία. Μια εγκατάσταση όμως έχει νόημα έτσι όπως παρουσιάζεται στο χώρο, και αυτό είναι κάτι που συχνά οι φωτογράφοι το ξεχνούν. Υποβάλλουν προτάσεις, φτιάχνουν ένα photobook ή ακόμα και στην προσωπική τους ιστοσελίδα οι φωτογραφίες έχουν όλες το ίδιο μέγεθος και είναι σε μια συγκεκριμένη σειρά. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται πως η παρουσίαση, η «εγκατάσταση» των φωτογραφιών τους είναι μέρος του έργου. Όταν αυτή αλλάζει το έργο είναι διαφορετικό.

- Είναι αξιοσημείωτο το ότι η διδαχή, η συμμετοχή σας σε φορείς όπως το ΦΚΑ ή η διεύθυνση του ΜΦΘ και, γενικότερα, η θεωρητική σας απασχόληση με τη φωτογραφία δεν εμπόδισαν τη δημιουργικότητά σας και την παραγωγή προσωπικού καλλιτεχνικού έργου, κάτι που λίγοι καταφέρνουν να συνδυάσουν. Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σας σε αυτή την παράλληλη πορεία;

Η αλήθεια είναι πως η πολύπλευρη ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία, η δημιουργία του ΦΚΑ, η διδασκαλία στο ΤΕΙ η συγγραφή θεωρητικών κειμένων και οι επιμέλειες που έχω κάνει, είχαν ως κίνητρο να έχω απέναντί μου, δίπλα μου συνομιλητές, νέους, συναδέλφους και το κοινό. Πιστεύω πως όλες οι περί την φωτογραφία ασχολίες μου με βοήθησαν εντέλει να σκέφτομαι και να είναι παραγωγικός. Βέβαια, από το 1995 μέχρι το 2012 δεν έκανα κανένα προσωπικό φωτογραφικό έργο που να με ενδιαφέρει. Ο λόγος ήταν η διδασκαλία, που απορροφούσε όλα αυτά τα χρόνια κάθε δημιουργική ενέργεια. Δεν έχω κάνει τίποτα άλλο στη ζωή μου εκτός από φωτογραφία, δεν ξέρω να καρφώνω ένα καρφί ή να αλλάξω μια λάμπα. Είμαι σκέτη καταστροφή όταν επιχειρώ να ασχοληθώ με τέτοια πράγματα.

- Ετοιμάζετε κάποια καινούρια δουλειά;

Από το 2013 που παρουσίασα ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου στο μουσείο Μπενάκη, δουλεύω συστηματικά. Φέτος από αρχές Σεπτεμβρίου έως τέλος Οκτωβρίου θα παρουσιάσω στο ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης μια μεγάλη επίσης ενότητα έργων μου κάτω από τον τίτλο «Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα». Πρόκειται για έργα που έχουν ήδη εκτεθεί αλλά και πολλά νεότερα που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το θέμα όμως παραμένει το ίδιο, είναι η μεταχείριση της φωτογραφίας, η σχέση της με την πραγματικότητα και τον κόσμο των εικόνων. Αυτό όμως στο οποίο δίνω τώρα περισσότερη έμφαση είναι ο τρόπος με τον οποίο η φωτογραφία παρεμβαίνει, διαμορφώνει ή και σε ορισμένες περιπτώσεις απαλείφει την ανάμνηση προσώπων και γεγονότων. Μέρος της έκθεσης εξάλλου καταλαμβάνει η πιο πρόσφατη εργασία μου με τίτλο «Μεταλλάξεις», το οποίο είναι και το μεγαλύτερο σε έκταση έργο που έχω πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα και θα παρουσιαστεί σε τρεις αίθουσες της Βίλα Καπαντζή στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ. Αφορμή για τη δημιουργία του ήταν η μεταχείριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη πορεία των προσφύγων προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Έγιναν φωτογραφικές εκθέσεις, ενέπνευσαν καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις ή έγιναν αφορμή για περφόμανς. Σε κάθε περίπτωση μια νέα εικόνα έρχεται να μας θυμίσει, να ενημερώσει, να κινητοποιήσει, να μας συγκινήσει, ταυτόχρονα όμως μας απομακρύνει από το πραγματικό γεγονός. Τα υπόλοιπα, δηλαδή τον τρόπο που τον οποίο έχω επεξεργασθεί όλα αυτά, ελπίζω να έχετε την ευκαιρία να τα δείτε στην έκθεση.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Κωστή Αντωνιάδη:www.costisantoniadis.gr.

Η έκθεση του Κωστή Αντωνιάδη "Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα 1985-2018" είναι η πρώτη που ανοίγει στο πλαίσιο της Thessaloniki PhotoΒiennale 2018, την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018, στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή).

Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 26/09/2018, στις 20:30.

Διάρκεια: 14/09/2018-11/11/2018

Χώρος: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή - Βασιλίσσης Όλγας 108) Ημέρες & ώρες: Τρίτη-Κυριακή 10:30-18:00

Συνδιοργάνωση: Μουσείο Μπενάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

Στις 2 Μαρτίου του 2015, σε μια συνέντευξη που είχα πάρει από τον Γιώργο Δεπόλλα για το fmag, τον ρώτησα για το πρόβλημα της μη εύρεσης δουλειάς του στο διαδίκτυο (εκτός ελαχίστων μεμονωμένων φωτογραφιών), με δεδομένο το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει από νέους φωτογράφους και μελετητές της φωτογραφίας. Μου είχε απαντήσει ως εξής: «Η αλήθεια είναι μία, ότι έχω ακόμα κάποιους ενδοιασμούς για το πώς παρουσιάζεται η φωτογραφία στο διαδίκτυο κι εγώ ασφαλώς την προτιμώ τυπωμένη. Εδώ και μερικά χρόνια είχα μια σοβαρή πρόταση από σημαντικό φορέα για μια μεγάλη αναδρομική μου έκθεση, αλλά, δυστυχώς, λόγω των γνωστών συνθηκών έχει αναβληθεί δυο φορές. Ελπίζω, αν κάποια στιγμή γίνει, να ακολουθήσει η δημιουργία του προσωπικού μου site.»

Η έκθεση ακόμη δεν έχει πραγματοποιηθεί, αλλά, ευτυχώς, εδώ και μερικούς μήνες το site του Γιώργου Δεπόλλα είναι διαθέσιμο σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την προσωπική διαδρομή του ιστορικού Έλληνα φωτογράφου και τη φωτογραφία γενικότερα, στη διεύθυνση www.yiorgosdepollas.com.

Πάνω σε λιτό ανθρακί φόντο με λευκά γράμματα, η φωτογραφία ενός ιδιόρρυθμου βαρκάρη-οδηγού που αναμένει τους επισκέπτες υποσχόμενος ξενάγηση σε έναν διαφορετικό κόσμο, μας προετοιμάζει για τη συνέχεια. Με τη χαρακτηριστική άνεση του Γιώργου Δεπόλλα να εκφράζεται αποκλειστικά φωτογραφικά, χωρίς τη βοήθεια γραπτού λόγου, η φωτογραφία σκιαγραφεί το περιεχόμενο της δουλειάς του: αυτοπορτρέτο, περιέργεια, αμφισβήτηση, χιούμορ, ειρωνεία.

Το βιογραφικό του, δίγλωσσο, σε γραπτό αλλά και φωτογραφικό λόγο που αρθρώνεται με μια σειρά πορτρέτων και αυτοπορτρέτων του από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Η ανάρτηση του ντοκιμαντέρ «Ο ξένος», στο πεδίο «Film», βοηθά τον επισκέπτη να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της πληθωρικής προσωπικότητας του φωτογράφου.

Η δουλειά του, χωρισμένη σε δύο κατηγορίες με τους χαρακτηρισμούς «Δημιουργική Φωτογραφία» και «Ταξιδιωτική Φωτογραφία», που αφορούν την προσωπική και επαγγελματική του φωτογραφία αντίστοιχα, τις οποίες υπηρέτησε ταυτόχρονα με μια αξιοθαύμαστη ισορροπία, είναι δομημένη λειτουργικά και παρουσιασμένη με έναν ρετρό  θα μπορούσαμε να πούμε τρόπο: Οι φωτογραφίες εμφανίζονται σε μικρό μέγεθος και συχνά μέσα σε πλαίσιο. Το σημαντικό στην προσωπική του δουλειά (Δημιουργική Φωτογραφία), είναι ότι ο φωτογράφος έχει επιλέξει να αναρτήσει όχι μόνο τις διάσημες εργασίες του, αλλά και πρώιμες, πειραματικές καθώς και άγνωστες στο κοινό σειρές, δίνοντάς μας την ευκαιρία να κατανοήσουμε την πορεία του στο φωτογραφικό χώρο και τις ανησυχίες του στο πέρασμα του χρόνου.Τα σετ «Στην παραλία», «Άσυλο», «Ανέκδοτα ντοκουμέντα», «Δεκατρείς παράξενοι θάνατοι» κ.ά. είναι τοποθετημένα ανάμεσα στα υπόλοιπα, ανάλογα με τη χρονολογία κατά την οποία υλοποιήθηκαν. Ίσως κάποιος άλλος να επέλεγε να αναρτήσει στην ιστοσελίδα του μόνο κάποιες από τις προσωπικές και πιο επιτυχημένες δουλειές του για ευνόητους λόγους, αλλά ευτυχώς για εμάς ο Γιώργος Δεπόλλας δεν έχει τέτοιου είδους ανασφάλειες. 
Τα κείμενα που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είναι σύντομα και περιεκτικά, με καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα, αφήνοντας την αφήγηση του εκάστοτε θέματος στις εικόνες. Ταυτόχρονα, σε ένα ξεχωριστό πεδίο με τίτλο «Κείμενα & Συνεντεύξεις», μπορεί κανείς να βρει συνεντεύξεις και κείμενα του Γιώργου Δεπόλλα, κείμενα επιμέλειας και κριτικές για τη δουλειά του από σημαντικούς ανθρώπους του χώρου, όπως ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, ο Κωστής Αντωνιάδης, η Αλεξάνδρα Μόσχοβη και άλλοι. Η συγκέντρωση όλων αυτών των κειμένων σε ψηφιακή μορφή και στον ίδιο χώρο, είναι πολύ χρήσιμη καθώς τα περισσότερα βρίσκονται σε προλόγους εκδόσεων, καταλόγους εκθέσεων και περιοδικά που είναι δύσκολο ή αδύνατο να βρεθούν σήμερα.

Τέλος, στο πεδίο «Βιβλία» μπορεί να βρει κανείς τις δουλειές από τη δημιουργική και την ταξιδιωτική φωτογραφία, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

Η σκηνοθετική ιδιότητα του Γιώργου Δεπόλλα, υπήρξε καταλυτική στη διαμόρφωση της φωτογραφικής του γλώσσας και σε συνδυασμό με την αισθητική του, την κριτική ματιά και την έντονή του προσωπικότητα, του έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό φωτογραφικό έργο, το οποίο καταφέρνει με τρόπο μοναδικό να θίξει και να σχολιάσει θεωρητικά ζητήματα της φωτογραφίας με εικονικό λόγο.

Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του σκηνοθέτη, ο Γιώργος Δεπόλλας έχει πραγματοποιήσει και την καλλιτεχνική επιμέλεια της ιστοσελίδας του. Ενός χώρου, που αποτελεί πλέον κομμάτι του ψηφιακού φωτογραφικού αρχείου της Ελλάδας και είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.

Νατάσα Καρακατσάνη

imgKaterina Kalogeraki is a photographer, whose work spans three decades. Her main focus of work is people and her personal work is based around them. She lives in London and works as a freelance photographer with a wide range of clients, including local authorities, private companies, magazines, and not for profit organisations both in the UK and abroad. She teaches photography, curates exhibitions and edits publications.

Born in Greece, she studied photography in Athens and mainly in London. She holds a Bachelors of Arts (BA) and a Masters of Arts (MA) in Photography from the University of Westminster and a Postgraduate Diploma in Media Studies from Goldsmiths College, University of London. Her work has been exhibited in many solo and group exhibitions throughout Europe. Her photos are in private collections in Athens, Berlin, Bern, New York, London, Paris and Chania in Crete, Greece.

What is not mentioned in a brief CV like this, is that, apart from having a good reputation, Katerina is a warm, sincere, open person with social sensibilities. She wins you over immediately. Once you get to know her, you realise her work reflects her values and beliefs. It is no coincidence she has worked for so many years with people of different ages, nationalities and class. Another visible element in her photos is the ease and comfort of the people she photographs respond to her lens. The following interview is a first acquaintance with her and should enable us to gain a deeper understanding of her work.

- When did your interest in photography start and how did you decide to work with photography, not only on a personal but also on a professional level?

I was still in secondary school when I took a series of portraits of a friend at school. The photos were taken with a Zenit camera my brother had brought back from a trip in Hungary. My friend’s brother in law, Stefanos Paschos, a known Greek photographer, who had just returned from living/working in Paris back then, said to her: “She has a very good eye, tell her if she wants she can come and learn photography in my studio” (he had just opened it in Kolonaki in the centre of Athens).

I went for a time after school and helped in the studio and in the darkroom, but fashion photography wasn’t for me. I decided to study photography in the only school that existed in Athens back then - the school, called Chliveros, can’t remember the whole name, was somewhere in Exarchia. I attended it 2 or 3 times a week and learned darkroom work. At that same time, I came across an ad in a newspaper asking for somebody to work in the darkroom. That was for the largest press agency back then: "Anagnostopoulos Bros'. They hired me as a darkroom technician in September 1980.

One day there was no photographer in the office and they needed someone to take photos of a demo that was taking place in the centre of Athens. They sent me with a Minolta and the pictures I took were very much liked. Slowly they started sending me out to take more pictures. There were no women press photographers back then. People liked to see a young woman taking photographs and they liked my work. They rang the office and asked for me. I photographed many famous people: from Thatcher’s visit @ the British Council to Karamanlis, (the president of Greece at the time) at the Presidential Palace, Melina Mercouri at the Ministry of Culture, the election campaign of Andreas Papandreou with Philip Gonzalez the Spanish prime minister at the time, in Thessaloniki in 1981, and many others, ministers, CEO’s etc.

I made a reputation in the field for the two years I worked there. But the more I photographed the more apprehensive I became about photography. I felt I had no life experience and there was more to the medium than what met the eye. I wanted to study photography. The final straw came when I was sent to Gate 7, when over 20 football fans were killed being crashed by the gate of the largest football stadium in Athens at the time. They wanted me to photograph the relatives when they were identifying the bodies. I remember I went back to the office, a wreck, not having taken a single photo. I felt I couldn’t photograph people’s tragedy and make a profit out of it. This event, as well as a few other, finally made me decide to go on to study photography in London. At the time in Greece there were no photography studies at a higher level.

- Did London and your studies influence the way you dealt with photography up to then?

Moving to London was a special chapter for me, as my finances were nonexistent. I had to work in order to study. Survival was tough and determined my photographic options, since I had no time to take pictures. I worked from morning to night, while studying part time. My English was also poor studying for a degree. Most of my free time I was studying and trying to consolidate academic English, to deepen my photographic understanding through books and the teachings at college. Studying, immersing myself in books was what I was really lacking. In the two years I worked as a press photographer I took thousands of photographs. I was missing the academic aspect, the critical analysis of photography.

- What were the influences that determined you as a photographer?

At the Polytechnic of Central London, where I first studied, Victor Burgin and Mitra Tabrizian were teaching. In the UK back then, Burgin was known as one of the most influential photography theorists, probably the best known name in the 1980’s. Burgin, a political photographer of the left combined photography and text and his influence on us students was immense. The college line was to approach photography from a theoretical and critical angle. Photography as a document, photo essays and a series of photographic practices such as a semantic analysis determined us all who studied during those years. Other influences were known photographers such as Dorothea Lange, August Sander, Walker Evans etc.

- “My Father’s Land” made you known in Greece and abroad. Taking into account you didn’t grow up in Crete, did you feel that a part of it you discovered it through your photos? Did it become something of your own? Something you wanted to talk about or was it something you wanted to discover by studying it and taking photographs of it?

When I started “My Father’s Land” in December 1988 I had already been away from Greece for six years. At that time as I was in my 20s, six years felt a very long time. “My Father’s Land” was my personal voyage, going back to my roots. I tried to understand my place of origin, the values I was brought up with, my upbringing. I wanted to understand the place I very much loved but at the same time as a woman it felt oppressive. I wanted to go deeper into that closed, cut off community I experienced every time I visited it with my parents. I was looking at my own identity with a critical eye and by using text and photographs and spending a lot of time, months staying with aunties and uncles and the rest of the villagers I tried to make sense of it all. I chose deliberately a traditional way of representing the people as it felt in tune with their surroundings and their every day life. Using text as I often did, I added their voice and mine placing questions regarding their cultural expectations of me at the time.

- In your projects the self reference is obvious. Starting with “The Father’s Land” and the more recent “Building Cultures” you deal with meanings such as ‘homeland’ ‘migration’, searching for an identity, topics that obviously occupy a person’s mind who lives and works away from their motherland. How liberating is it for you to discuss these issues through your work?

I am not always good with words. It often feels hard for me to express myself in a spoken language. My photographs have always been my way of expressing myself. The voice of my emotions, the voice of my life’s difficulties. Difficulties that all of us who live away from what once was home, more or less go through. When you live away from your country of origin you are often perceived by those who remained behind as the lucky one. Through my work I try to give another dimension to this notion of ‘luck’ that often follows those of us that left. Homeland, departure, migration, identity take on another dimension when you live away and I hope my photographs up to a point help to show this other side. For me a feeling of liberation comes by giving voice to what I often cannot bring out to the surface, often unpleasant and uncomfortable feelings. It’s a kind of liberation which is unattainable at times.

- The emphasis on your projects is always people and are lengthy. Apart from taking photographs, research and contact with those you photograph seems to be very important to you. What are the reasons you’ve chosen to work in this way?

Again this has to do with personal experiences but also with my trying to give voice to those who live in the margins and are forgotten by the majority. On a personal level I wanted to give something back to the elderly people in the country I live. As I couldn’t offer as much to my parents as I would have liked to because I didn’t live in Greece - in a indirect kind of way I offered it to others and it didn’t matter they weren’t my parents. It might sound odd but this kind of direct way of giving something back to people has been very liberating for me. It helped me process the sadness I felt from being absent in my parents’ everyday life. Apart form this I feel deep emotions for elderly people. People who once upon a time were just like us and today they are marginalised and forgotten like unwanted items. I see it as unfair and my photographs are an attempt of balancing this out.

- While you lived in Greece but also later when you moved to London your worked with all kinds of photography, press, newspapers, advertising etc. Is it easy for somebody to combine work with personal expression? Is it better if you keep your personal and professional work separate from each other or does it actually work better if each side influences and feeds the other?

It’s difficult to combine work that pays with my personal desire for lengthy projects and research. I will say very difficult. In the past I often felt I chose the wrong medium to express myself. Everyday survival is difficult when finances are limited. As I grow older I have become a bit wiser and have learned to live within my limitations even though not much has really changed. Often when my students ask me whether they should choose a a photographic career I bite my lips in order not to put them off because of my own views and life circumstances. It’s an unequal battle to try to balance everything but with time one gains from the various practices that help us to manoeuvre and go further. They help us to move forward and offer angles you never noticed previously.

- As you live outside of Greece you keep a distance from it. How would you rate Greek photography nowadays?

I think photography in Greece is on a very good path. There are excellent photographers with really very good work. If our country had a better presence on the world map, Greek photographers would have been much better known than they are at present. Despite that very often we see and hear about Greek photographers who live in Greece or abroad. Their career path is looking bright.

- In the last few years in Greece there is great interest by young people regarding photography. What advice would you give them from your experiences as a photographer? What would you tell them on an artistic level as somebody who teaches photography?

My first advice is to persevere. However difficult it is don’t give up if photography is what you want to follow. The second piece of advice is to combine various photographic practices: teaching, some commercial work. In my case in the last few years I do PR photography (lectures, conferences) and other work such as exhibitions and books. If photography is your only means of survival don’t offer your work for nothing to those who normally can pay you. “We’ll publish your name” doesn’t pay your bills. Don’t give your work to commercial publications for nothing unless you ‘earn’ in some other way if money is not the option. For 2 photos I was offered four days in a luxury hotel in Spetses. To take 300 photographs and get offered 3 days of holidays is not proper payment, is exploitation. Don’t sell your work cheap, you are worth much more than you believe. If sometimes work you do is not what you like doing, see it as a way of continuing all the rest of your work that is important for you.

- Are you working on a new project right now?

I am working on a “Four generations” social documentary project. Unfortunately not quite in the way I originally set out to work on it. When I first started it I didn’t know how difficult it was going to be finding families with 4 generations. As I travel to photograph the families I don’t have the time I would have liked to have had with the various families. Often I photograph very quickly as the people I photograph have travelled a long way in order to be photographed and don’t have the time to talk to me. This work is exactly the opposite of all my previous work. I still haven’t decided how am I going to manage the style of this particular work which has the feeling of candid photography. I am overriding my photographic principles mentioned earlier. I hesitate in this, new for me, practice. It poses for me new questions regarding my relationships with those I photograph and how I am going to continue to photograph which for me are unorthodox practices.

http://www.katkalo.com/

 


 

imgH Κατερίνα Καλογεράκη είναι φωτογράφος, με πορεία τριών δεκαετιών πάνω σε projects με θέμα τον άνθρωπο. Με έδρα το Λονδίνο, εργάζεται ως ανεξάρτητη φωτογράφος, αναλαμβάνοντας εργασίες από ένα ευρύ φάσμα πελατών, όπως ιδιωτικές εταιρείες, περιοδικά, τοπικές αρχές και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου και του εξωτερικού.

Παράλληλα, δουλεύει προσωπικά της projects, διδάσκει φωτογραφία και επιμελείται εκθέσεις και εκδόσεις. Γεννημένη στην Ελλάδα, σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και στο Λονδίνο, όπου απέκτησε BA και MA στη Φωτογραφία από το Πανεπιστήμιο του Westminster και PGD στα Πολυμέσα από το Goldsmiths College, University of London. Η δουλειά της έχει εκτεθεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε όλη την Ευρώπη. Φωτογραφίες της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο, τη Βέρνη, το Παρίσι, το Λονδίνο, την Αθήνα και τα Χανιά.

Εκείνο που δεν αναγράφεται, φυσικά, σε ένα σύντομο βιογραφικό όπως το παραπάνω, είναι πως, εκτός από καταξιωμένη Ελληνίδα φωτογράφος, η Κατερίνα Καλογεράκη είναι ένας απλός και ζεστός άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες, που σε κερδίζει αμέσως. Γνωρίζοντάς την, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι το προσωπικό της έργο αντανακλά τις πεποιθήσεις της και τις αξίες που υπηρετεί. Δεν είναι τυχαίο ότι δουλεύει τόσα χρόνια με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και τάξεων ούτε ότι είναι εμφανής στις φωτογραφίες της η άνεση με την οποία όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στον φακό της. Η παρακάτω συζήτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πρώτη γνωριμία μαζί της που ίσως βοηθήσει να εμβαθύνουμε στο έργο της.

- Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη φωτογραφία και πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το αντικείμενο, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο όταν έκανα μια σειρά από πορτραίτα σε μία συμμαθήτρια μου με μια Zενίτ που είχε φέρει ο αδελφός μου από την Ουγγαρία. Ο γαμπρός της (Στέφανος Πάσχος), που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι, της είπε: Έχει πολύ καλό μάτι, πες της, αν θέλει, να έρθει να δουλέψει στο στούντιο (μόλις το είχε ανοίξει στο Κολωνάκι).

Πήγαινα για ένα διάστημα μετά το σχολείο και βοηθούσα στο στούντιο και λίγο στον σκοτεινό θάλαμο, αλλά δεν με τραβούσε η φωτογραφία μόδας. Αποφάσισα να σπουδάσω φωτογραφία στη μοναδική σχολή που υπήρχε τότε - λεγόταν Χλιβερός, δεν θυμάμαι ολόκληρο το όνομα - και ήταν κάπου στα Εξάρχεια. Πήγαινα 2 ή 3 φορές τη βδομάδα και μάθαινα σκοτεινό θάλαμο. Ταυτόχρονα, βρήκα τυχαία μια αγγελία στην εφημερίδα για το μεγαλύτερο Πρακτορείο Τύπου τότε: «Αφοί Αναγνωστόπουλοι». Ζητούσαν άτομο για τον σκοτεινό θάλαμο. Με προσέλαβαν τον Σεπτέμβρη του 1980.

Μια μέρα, δεν υπήρχε φωτογράφος στο γραφείο και ήθελαν κάποιον να βγάλει μια πορεία που γινόταν στο κέντρο της Αθήνας. Έστειλαν εμένα με μια Μινόλτα και οι φωτογραφίες που έβγαλα άρεσαν. Σιγά σιγά με έστελναν όλο και πιο συχνά να φωτογραφίζω. Τότε δεν υπήρχαν γυναίκες φωτορεπόρτερ. Άρεσε στον κόσμο να βλέπει μια πολύ νέα κοπέλα να φωτογραφίζει και άρεσαν και οι φωτογραφίες μου. Έπαιρναν τηλέφωνο στο γραφείο και ζητούσαν εμένα. Φωτογράφισα διάφορες προσωπικότητες: από τη Θάτσερ στο Βρετανικό Συμβούλιο, μέχρι τον Καραμανλή στο Προεδρικό μέγαρο, τη Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού και την προεκλογική εκστρατεία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη το 1981 με τον Φίλιππο Γκονζάλες, καθώς και άλλους πολλούς, υπουργούς κλπ.

Έφτιαξα ένα καλό όνομα στο χώρο του φωτορεπορτάζ για τα δύο χρόνια που έμεινα εκεί. Όμως, όσο περισσότερο φωτογράφιζα τόσο πιο ανήσυχη γινόμουν με τη φωτογραφία. Ένοιωθα πως ουσιαστικά είχα ελάχιστες γνώσεις, ήθελα να σπουδάσω φωτογραφία. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν με έστειλαν στη Θύρα 7, τότε που είχαν σκοτωθεί οι φίλαθλοι. Ήθελαν να φωτογραφίσω τους συγγενείς όταν αναγνώριζαν τα πτώματα. Επέστρεψα θυμάμαι στο γραφείο, ένα ράκος, χωρίς να έχω βγάλει καμιά φωτογραφία. Ένοιωσα πως δεν μπορούσα να φωτογραφίσω τον θρήνο των ανθρώπων για να βγάλω χρήματα από τη δυστυχία τους. Αυτό το γεγονός, όπως και κάποια άλλα, με έκαναν τελικά να αποφασίσω να φύγω για να σπουδάσω φωτογραφία στο Λονδίνο, επειδή ακόμα τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σπουδές σε ανώτερο επίπεδο.

- Η μετάβασή σας στο Λονδίνο και οι σπουδές σας επηρέασαν τον τρόπο που αντιμετωπίζατε τη φωτογραφία μέχρι τότε;

Η μετάβαση στο Λονδίνο ήταν μια ιδιαίτερη ιστορία, γιατί τα οικονομικά μου ήταν ανύπαρκτα. Έπρεπε να δουλεύω και να σπουδάζω. Η επιβίωση ήταν δύσκολη και καθόρισε και τις φωτογραφικές μου επιλογές, αφού είχα ελάχιστο χρόνο να φωτογραφίζω. Δούλευα απ’ το πρωί ως το βράδυ, σπουδάζοντας ταυτόχρονα part time. Επίσης, τα αγγλικά μου ήταν χάλια για σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον πέρναγα διαβάζοντας, προσπαθώντας να εμπεδώσω τα ακαδημαϊκά αγγλικά, να εμβαθύνω στις φωτογραφικές μου σπουδές μέσα από τα βιβλία και τη διδαχή τους στο πανεπιστήμιο. Η σπουδή και η μελέτη ήταν αυτό που πραγματικά μου έλειπε τότε, γιατί στα δύο χρόνια που δούλευα ως φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο, είχα χορτάσει να βγάζω φωτογραφίες. Κριτική ανάλυση και θεωρία της φωτογραφίας και οτιδήποτε είχε να κάνει με την κριτική καθοδήγηση ήταν εκείνο που επιθυμούσα περισσότερο απ’ όλα.

- Ποιες είναι οι επιρροές που θεωρείτε ότι σας καθόρισαν;

Στο Polytechnic of Central London, που έκανα τις πρώτες μου φωτογραφικές σπουδές, δίδασκε ο Victor Burgin και η Μitra Tabrizian. Τότε, ειδικά στην Αγγλία, ο Burgin ήταν γνωστός ως ένας από τα μεγαλύτερα θεωρητικά ονόματα, ίσως το μεγαλύτερο στη φωτογραφία της δεκαετίας του 1980. Ο Burgin, εννοιολογικός και θεωρητικός καλλιτέχνης, συνδύαζε φωτογραφία και κείμενο και η επιρροή του στους φοιτητές ήταν μεγάλη. Όμως και η υπόλοιπη γραμμή της σχολής ήταν η προσέγγιση της φωτογραφίας από μια θεωρητική και κριτική γραμμή. Αυτή η γραμμή συμπεριελάμβανε τη φωτογραφία ντοκουμέντο/φωτογραφία δοκίμιο και μια σειρά από φωτογραφικές πρακτικές, όπως αυτή της σημειολογικής ανάλυσης της φωτογραφίας, που καθόρισε όλους εμάς που σπουδάσαμε εκείνα τα χρόνια. Η φωτογραφία που περνούσε μηνύματα μέσα από κείμενα/λέξεις ήταν το must όλων των εργασιών μας. Άλλες επιρροές ήταν φωτογράφοι, ονόματα κλασικά, όπως η Dorothea Lange, ο Αugust Sander, ο Walker Evans, ο Robert Frank, ο Lee Friedlander, ο Garry Winogrand, η Dianne Arbus, ο Joseph Koudelka, η Cindy Sherman.

- «Η Γη του πατέρα μου» σας έκανε γνωστή ως φωτογράφο εντός και εκτός συνόρων. Όταν ξεκινήσατε αυτό το project, με δεδομένο ότι δεν μεγαλώσατε στην Κρήτη, νιώθατε πως το κομμάτι της που αποκαλύπτεται στις φωτογραφίες σας αποτελεί κάτι δικό σας για το οποίο θέλατε να μιλήσετε ή κάτι που θέλατε να ανακαλύψετε μελετώντας το και φωτογραφίζοντας το;

Όταν ξεκίνησα τη «Γη του Πατέρα μου», τον Δεκέμβρη του 1988, ήδη έλειπα από την Ελλάδα 6 χρόνια. Τότε, σε σχέση με την ηλικία μου, ένοιωθα πως ήταν μεγάλο το διάστημα της απουσίας μου. Η «Γη του Πατέρα μου» ήταν προσωπική αναζήτηση και επιστροφή στις ρίζες μου, η προσπάθεια μου να καταλάβω τον τόπο καταγωγής μου, το μεγάλωμα μου, τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκα. Να καταλάβω τον τόπο που τόσο αγαπούσα, αλλά και που συνάμα ένοιωθα πως ως γυναίκα με καταπίεζε, με έπνιγε. Να μπω βαθύτερα στο τι γινόταν με όλο εκείνο το τόσο κλειστό περιβάλλον, που εγώ το ζούσα κάθε φορά που επισκεπτόμουν με τους γονείς μου τη μικρή κλειστή κοινωνία της Κρητικής ενδοχώρας. Ήταν η δική μου κριτική ματιά της ταυτότητάς μου μέσα από κείμενο και φωτογραφίες και πολύ χρόνο, μήνες μέσα στα χρόνια που πέρασα με τις θείες, τους θείους και τους άλλους χωριανούς. Επιλέγοντας συνειδητά την παραδοσιακή απεικόνιση που ταίριαζε με το γύρω μου περιβάλλον, παρουσίασα τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή. Μέσα από τα κείμενα που συχνά χρησιμοποιούσα, πρόσθεσα τη φωνή τους στη δική μου θέτοντας ερωτηματικά για τις προσδοκίες και τους πολιτισμικούς κανόνες της συγκεκριμένης εποχής.

- Στις δουλειές σας είναι φανερή η αυτοαναφορικότητα. Ξεκινώντας από το ««Η Γη του πατέρα μου» μέχρι το πρόσφατο «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς», πραγματεύεστε θέματα που έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η πατρίδα, η μετανάστευση, η αναζήτηση της ταυτότητας, θέματα που προφανώς απασχολούν κάθε άνθρωπο που ζει και εργάζεται μακριά από τον γενέθλιο τόπο. Πόσο λυτρωτικό είναι για εσάς να μιλάτε για όλα αυτά μέσα από τη δουλειά σας;

Δεν είμαι καλή στον προφορικό λόγο όταν έχω να εκφράσω βαθύτερα συναισθήματα. Νοιώθω ανασφάλεια να εκφραστώ προφορικά, σαν να μην βρίσκω τις λέξεις. Οι φωτογραφίες μου ήταν και παραμένουν για μένα ο τρόπος έκφρασης μου. Η φωνή στα συναισθήματα μου, στις δυσκολίες της ζωής μου, σε αυτά που όλοι μας, ειδικά εμείς που ζούμε μακριά από την γενέθλια γη, λίγο πολύ βιώνουμε. Πολύ συχνά εμείς που ζούμε μακριά, φαντάζουμε στα μάτια όσων έμειναν πίσω ως ‘τυχεροί. Μέσα από την δουλειά μου, προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση σε αυτήν την έννοια της ‘τύχης’ που συχνά ακολουθεί όλους εμάς που φύγαμε. Έννοιες όπως η πατρίδα, η ‘φυγή’, η μετανάστευση, η ταυτότητα, αποκτούν μια άλλη διάσταση όταν είσαι μακριά και οι φωτογραφίες μου ελπίζω πως ως ένα σημείο βοηθάνε στο να φανεί αυτή η άλλη πλευρά. Η λύτρωση για μένα έρχεται δίνοντας φωνή σε αυτά που συχνά δεν μπορώ να εξωτερικεύσω, αυτά που συχνά μοιάζουν άπιαστες και στενάχωρες έννοιες. Είναι μια λύτρωση που δεν την καταφέρνω πάντα...

- Τα project σας είναι κατά κανόνα ανθρωποκεντρικά και μακροχρόνια. Εκτός από τη φωτογράφηση, η έρευνα και η επαφή με τους φωτογραφιζόμενους φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική για εσάς. Ποιοι είναι οι λόγοι που σας έκαναν να επιλέξετε αυτόν τον τρόπο εργασίας;

Είναι βασικό για μένα να γνωρίζω τους ανθρώπους που φωτογραφίζω, δεν μου φτάνουν μόνο οι φωτογραφίες. Νοιώθω μια αμηχανία με τη δύναμη που έχω πίσω από μια μηχανή. Η φωτογραφική μηχανή, το ‘όπλο’ που κρατώ στα χέρια μου, με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα. Με το να τους γνωρίζω και να συμπεριλαμβάνω τα λόγια τους στις φωτογραφίες μου και με το να τους δίνω επιλογές νοιώθω πως τουλάχιστον έχουν λόγο στην απεικόνιση τους. Πιστεύω πως οι φωτογραφιζόμενοι αποκτούν μέσα από τις φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν τη δική τους φωνή.

- Μελετώντας τους ήρωες των ιστοριών σας, καταλαβαίνει κανείς ότι είστε ιδιαίτερα ευαίσθητη με την τρίτη ηλικία. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Εδώ και πάλι έχει να κάνει με προσωπικές εμπειρίες, αλλά και με την προσπάθεια μου να δώσω φωνή σε εκείνους που ζουν στο περιθώριο και έχουν ξεχαστεί από την πλειοψηφία. Σε προσωπικό επίπεδο ήθελα να δώσω κάτι πίσω στους ηλικιωμένους ανθρώπους στη χώρα που ζω. Επειδή δεν μπορούσα να προσφέρω τόσα όσα θα ήθελα στους γονείς μου, γιατί δεν ήμουν στην Ελλάδα, με έναν έμμεσο τρόπο τα πρόσφερα σε κάποιους άλλους ηλικιωμένους και δεν είχε σημασία που δεν ήταν οι γονείς μου. Ίσως να ακούγεται περίεργο, αλλά για μένα αυτός ο έμμεσος τρόπος δοσίματος ήταν πολύ λυτρωτικός, με βοήθησε να επεξεργαστώ τη θλίψη της απουσίας μου από την καθημερινή ζωή των γονιών μου. Πέρα από αυτό, πάντα νοιώθω μια συγκίνηση, ένα βαθύ συναίσθημα για την τρίτη ηλικία. Ανθρώπους που κάποτε ήταν σαν και εμάς και σήμερα είναι περιθωριοποιημένοι και ξεχασμένοι ως κάτι περιττό... Το βλέπω ως αδικία και οι φωτογραφίες μου προσπαθούν κάπως να απαλύνουν αυτήν την ανισότητα.

- Όσο είσαστε στην Ελλάδα, αλλά και αργότερα στο Λονδίνο, συνεργαστήκατε με ενημερωτικά έντυπα και περιοδικά ως φωτορεπόρτερ. Επίσης, επαγγελματικά, εκτός από τη διδασκαλία, ασχολείστε με διάφορα είδη φωτογραφίας όπως διαφημιστική φωτογραφία κ.λπ. Είναι εύκολο να συνδυάσει κάποιος τη δουλειά με την προσωπική έκφραση; Χρειάζεται να δημιουργεί στεγανά ανάμεσά τους ή να επενδύει στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και ανατροφοδότηση;

Δύσκολη ιστορία το να συνδυάζεις τα προς το ζην με τις προσωπικές σου επιθυμίες για διερεύνηση και τον απλήρωτο χρόνο που χρειάζεσαι όταν δουλεύεις σε τέτοιες εργασίες. Πολύ δύσκολη, θα έλεγα. Συχνά στο παρελθόν, ένοιωσα πως διάλεξα το λάθος μέσο έκφρασης, αφού η καθημερινή επιβίωση όταν έχεις πενιχρά οικονομικά μέσα είναι δύσκολη. Μεγαλώνοντας, έγινα λίγο πιο σοφή και έμαθα να ζω με τα οικονομικά μου μέσα, που ουσιαστικά δεν άλλαξαν σημαντικά. Συχνά, όταν με ρωτούσαν οι μαθητές μου για το επάγγελμα του φωτογράφου, δάγκωνα τα χείλη μου για να μην τους αποτρέψω λόγω των προσωπικών μου δυνατοτήτων. Είναι λίγο άνιση η μάχη του να προσπαθείς να τα φέρεις όλα βόλτα, αλλά με τον χρόνο κερδίζεις από τις διάφορες πρακτικές που σε βοηθάνε να ελίσσεσαι, να πας παραπέρα και που τελικά σου προσφέρουν οπτικές γωνίες που ποτέ δεν έβλεπες πριν.

- Ζώντας στο εξωτερικό και διατηρώντας μια σχετική αποστασιοποίηση από τα ελληνικά πράγματα, πώς θα χαρακτηρίζατε την κατάσταση της Ελληνικής Φωτογραφίας στις μέρες μας;

Νομίζω ότι η φωτογραφία στην Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ καλή πορεία. Υπάρχουν εξαιρετικοί φωτογράφοι, με ιδιαίτερα αξιόλογη δουλειά. Αν η χώρα μας ήταν ισχυρότερη ως παρουσία στον παγκόσμιο χάρτη, πάρα πολλοί από τους φωτογράφους αυτούς θα ήταν περισσότερο γνωστοί σε διεθνές επίπεδο. Παρόλα αυτά, πολύ συχνά βλέπουμε και ακούμε πολλούς Έλληνες φωτογράφους να δημιουργούν είτε ζουν Ελλάδα είτε εκτός συνόρων. Η πορεία τους είναι ανοδική. Κατά κάποιο τρόπο, η κρίση βοήθησε σε αυτό. Υπάρχει συνολικά μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και συχνά στην Αγγλία βλέπεις δημοσιεύσεις και εκθέσεις από Έλληνες φωτογράφους για τη σημερινή κατάσταση.

- Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από νέα παιδιά για τη φωτογραφία. Ποια συμβουλή θα τους δίνατε βάσει της εμπειρίας σας ως φωτογράφος, αλλά και ως διδάσκουσα φωτογραφία, όσον αφορά το δημιουργικό κομμάτι και τις σπουδές;

Ο επιμένων νικά είναι η πρώτη μου συμβουλή. Ποτέ μην εγκαταλείπετε, αν η φωτογραφία είναι αυτό που θέλετε να ακολουθήσετε. Όσο δύσκολο και νάναι. Η δεύτερη συμβουλή, είναι να συνδυάσετε αν είναι δυνατόν άλλους φωτογραφικούς τομείς: διδαχή, κάποιες εμπορικές δουλειές - στη δική μου περίπτωση τα τελευταία χρόνια είναι φωτογραφία δημοσίων σχέσεων (διαλέξεις, συνέδρια) - και μερικές φορές άλλα παρεμφερή καλλιτεχνικά όπως εκθέσεις ή βιβλία. Αν η φωτογραφία είναι το μοναδικό μέσο επιβίωσης, μην προσφέρετε τις φωτογραφίες σας χωρίς ανταμοιβή σε χώρους που κανονικά θα πρέπει να πληρώνουν. Το «θα δημοσιεύσουμε το όνομα σας» δεν σας εξασφαλίζει τα προς το ζην. Μη δίνετε τη δουλειά σας σε εμπορικούς χώρους/έντυπα χωρίς αμοιβή εκτός αν ‘κερδίσετε’ με κάποιο τρόπο από κάπου. Για 2 φωτογραφίες, μου πρόσφεραν 4 μέρες σε λουξ ξενοδοχείο στις Σπέτσες. Το να βγάλετε 300 φωτογραφίες για 3 μέρες διακοπών δεν είναι ανταμοιβή, είναι εκμετάλλευση. Μην πουλάτε την δουλειά σας φτηνά, αξίζετε πολύ περισσότερα απ’ ότι πιστεύετε. Αν κάποιες φορές, μερικές δουλειές που σας αναθέτουν δεν σας εκφράζουν, δείτε τις ως τρόπο για να συνεχίσετε με όλες τις υπόλοιπες που είναι σημαντικές για εσάς.

- Δουλεύετε κάποιο καινούριο project αυτή την εποχή;

Δουλεύω το project «4 Γενιές». Δυστυχώς, όχι ακριβώς όπως αρχικά το σκεφτόμουν. Όταν το ξεκίνησα, δεν ήξερα πόσο δύσκολο θα είναι να βρω οικογένειες με 4 γενιές. Επειδή ταξιδεύω για να βρω τις οικογένειες, δεν έχω τον χρόνο που θέλω για να μιλήσω στους ανθρώπους. Συχνά τις φωτογραφίες τις παίρνω πολύ βιαστικά, οι ίδιοι οι φωτογραφιζόμενοι έχουν ταξιδέψει από μακριά για να φωτογραφηθούν και δεν έχουν τον χρόνο να μου μιλήσουν. Ακριβώς το αντίθετο απ’ όλες τις προηγούμενες εργασίες μου... ακόμα δεν έχω κατασταλάξει πώς θα χειριστώ το ύφος της συγκεκριμένης δουλειάς, που έχει την αίσθηση της candid φωτογραφίας. Καταρρίπτω τις αρχές μου, που έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενη ερώτηση. ‘Κομπιάζω’ σε αυτήν την καινούργια για μένα πρακτική. Μου θέτει νέα ερωτηματικά για τη σχέση μου με τους φωτογραφιζόμενους και για το πώς θα συνεχίσω με ‘ανορθόδοξες’ για μένα πρακτικές...

http://www.katkalo.com/