"Σύντομο βιογραφικό

Ο Περικλής Αλκίδης, γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ηλεκτρονικός Μηχανικός. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία λειτούργησε αποκλειστικά ως μέσο προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Η πρώτη του σοβαρή φωτογραφική προσπάθεια έγινε την περίοδο 1980-81 κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας με τη σειρά «Στρατιωτικά Πορτρέτα». Είναι πιο γνωστός για το φωτογραφικό του έργο με τον ευρύτερο τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα», ένα έργο ζωής σε εξέλιξη, μια συνειδητή αυτοβιογραφική εξερεύνηση της προσωπικής του ταυτότητας. Υπήρξε μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών (Φ.Κ.Α) από το 1987. Έχει εκθέσει το έργο του εκτενώς στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό μέσω ατομικών και ομαδικών εκθέσεων."

Ο Περικλής Αλκίδης ανήκει στους νεότερους εκπροσώπους της «Σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας», η οποία κάνει αισθητή την παρουσία της από το τέλος της δεκαετία του ‘70, επιχειρώντας να ανατρέψει τη στασιμότητα, την απομόνωση και την άγνοια που επικρατούσαν στον Ελληνικό φωτογραφικό χώρο, αλλά και να καλύψει την έλλειψη ουσιώδους φωτογραφικής παραγωγής τη συγκεκριμένη περίοδο. Ακολουθώντας μια γενικότερη τάση των «Νέων Ελλήνων Φωτογράφων», μέσα από το αυτοβιογραφικό του έργο θίγει έμμεσα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη φύση της φωτογραφικής εικόνας. Η εκτενής χρήση του οικογενειακού φωτογραφικού αρχείου, η οποία συνοδεύει την έκθεση της ιδιωτικής οικογενειακής του ιστορίας, αποτελεί αναμφίβολα μια τολμηρή κίνηση για τα δεδομένα της εποχής.

Η πολύχρονη και εμμονική ενασχόληση τους Αλκίδη με το θέμα της υποκειμενικότητας της μνήμης, η ειλικρινής αναζήτηση της ταυτότητάς του και η ανάγκη για λύτρωση από τραύματα του παρελθόντος αναδεικνύουν την αυθεντικότητα και την αξία του έργου του. Πλέον, όταν αναφερόμαστε σε εκείνον θεωρούμε ευνόητο ότι μιλάμε για έναν από τους κύριους εκφραστές της οικογενειακής φωτογραφίας στην Ελλάδα και εμπνευστή πολλών μεταγενέστερων φωτογράφων. Ωστόσο, παρά την ιστορικότητά του, ο Περικλής Αλκίδης είναι απόλυτα συντονισμένος με το παρόν καθώς συνεχίζει με την ίδια δημιουργικότητα και αμείωτο ενδιαφέρον να εμπλουτίζει το φωτογραφικό του έργο εμβαθύνοντας στα μονοπάτια της τέχνης και της αυτογνωσίας. Η συνέντευξη που μας παραχώρησε φωτίζει πολλά σημεία της φωτογραφικής του πορείας και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό.

- Μέσα από τη δουλειά σας μαθαίνουμε ότι η επαφή σας με τη φωτογραφία ξεκίνησε από τα παιδικά σας χρόνια λόγω της ερασιτεχνικής ενασχόλησης του πατέρα σας με αυτή. Τι θυμάστε από τις πρώτες σας εμπειρίες ως φωτογραφιζόμενος και πότε νιώσατε την ανάγκη να περάσετε πίσω από την κάμερα;

Δεν θα αποκαλούσα τον πατέρα μου ερασιτέχνη φωτογράφο, γιατί δεν φωτογράφιζε συνειδητά και με άποψη. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι είχε αισθητική όσον αφορά το κάδρο και πρόσεχε το φωτισμό. Αυτό που νομίζω ότι τον ενδιέφερε, ήταν να κρατάει ένα οικογενειακό οπτικό ημερολόγιο, το οποίο αρχειοθετούσε ευλαβικά. Πίσω από κάθε φωτογραφία σημείωνε τοποθεσία και ημερομηνία λήψης. Ασυναίσθητα λοιπόν, μου κληροδότησε ένα καλά τεκμηριωμένο οικογενειακό αρχείο, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δουλειά μου. Από αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, αλλά και προσεκτική παρατήρηση φωτογραφιών που συνήθως δεν είχαν «περάσει» στα οικογενειακά άλμπουμ, διαπίστωσα ότι η διαδικασία φωτογράφισης στην οποία μας υπέβαλε υποχρεωτικά ο πατέρας μου δεν ήταν από τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής μου. Εκτός του ότι έπρεπε να κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά συνήθως κόντρα σε έναν εκτυφλωτικό ήλιο και μέχρι να κάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις στη φωτογραφική του μηχανή, μια πτυσσόμενη Welta Symbol 6x9, έπρεπε να είμαι χαμογελαστός και να φαίνομαι υποχρεωτικά χαρούμενος. Αν δεν του έκανα τη χάρη, έβαζε τις φωνές γιατί χαλούσε άσκοπα τις πόζες του φιλμ. Θετική όμως ανάμνηση έχω από τις φορές που περνούσε απ’ το σπίτι μας ο φίλος και συγχωριανός του πατέρα μου απ’ τη Μικρά Ασία, φωτορεπόρτερ Ευριπίδης Μάρτογλου, που είχε μαζί με άλλους το πρακτορείο Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ. Ήταν ένας μικροκαμωμένος πράος άνθρωπος που ερχόταν συνήθως Κυριακές μετά από τη δουλειά για να δει τους γονείς μου και με την ευκαιρία έβγαζε και καμιά οικογενειακή φωτογραφία. Θυμάμαι ότι με εντυπωσίαζε ο βαρύς φωτογραφικός εξοπλισμός που κουβαλούσε μαζί του.

Στις πρώτες μου διακοπές μετά το τέλος του σχολείου το καλοκαίρι του 1972, δανείστηκα μια μηχανή Praktika, με την οποία απαθανάτισα στιγμιότυπα από τη νότια Κρήτη. Μετά έμπλεξα με μία παρέα συμφοιτητών μου στη σχολή Ηλεκτρονικών που φοιτούσα, οι οποίοι εκτός από την αναπαραγωγή ήχου υψηλής πιστότητας, είχαν πάθος και με τη φωτογραφική εικόνα. Έτσι σταδιακά μυήθηκα στον θαυμαστό κόσμο της φωτογραφίας και του σκοτεινού θαλάμου που με μάγεψε.

- Ποια ήταν τα φωτογραφικά σας ενδιαφέροντα ως νέος φωτογράφος και με τι είδους θέματα ασχοληθήκατε στο ξεκίνημα της φωτογραφικής σας πορείας;

Το 1975 έφυγα για να συνεχίσω τις σπουδές του Ηλεκτρονικού Μηχανικού στην Αγγλία. Το πάθος μου όμως για τη φωτογραφία ήταν τέτοιο που πολλοί είχαν την εντύπωση ότι πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω φωτογραφία. Εκεί είχα την ευκαιρία για πρώτη φορά να επισκεφτώ φωτογραφικούς χώρους όπως η Photographer’s Gallery στο Λονδίνο, η οποία περιλάμβανε και ένα εξαιρετικά ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, είδα εκθέσεις και μελέτησα φωτογραφικά βιβλία και λευκώματα που με βοήθησαν σε ένα μεγάλο βαθμό να διαμορφώσω άποψη και αισθητική περί φωτογραφίας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1979 υπηρέτησα τη στρατιωτική μου θητεία. Αυτή ήταν και η αφορμή για την πρώτη μου ολοκληρωμένη φωτογραφική σειρά με πορτραίτα συναδέλφων μου απ’ το στρατό. Το φθινόπωρο του 1981, όταν είχα πλέον απολυθεί απ’ το στρατό, αποφάσισα να πάρω υπό μάλης τη σειρά με τα «Στρατιωτικά Πορτραίτα» και να τα δείξω στους ανθρώπους που πλαισίωναν το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών (Φ.Κ.Α), το οποίο αποτελούσε την εποχή εκείνη τη σημαντικότερη εστία για την ανάδειξη της δημιουργικής φωτογραφίας στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες μου άρεσαν και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία για την πρώτη μου ατομική έκθεση το 1982. Στη συνέχεια έγινα μέλος του Φ.Κ.Α. το 1987 και παρέμεινα μέχρι τη διακοπή λειτουργίας του το 2004. Μέχρι το 1986 που ξεκίνησα τις πρώτες εικόνες από τη σειρά «Οικογενειακά Πορτραίτα», ασχολήθηκα κυρίως με αυτό που ονομάζουμε φωτογραφία δρόμου με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό ντοκουμέντο. Παρατηρώντας από απόσταση χρόνου τις φωτογραφίες αυτές θα έλεγα ότι από τότε το ενδιαφέρον μου επικεντρωνόταν στην απεικόνιση και την κριτική θεατρικών μεταφορών, ρόλων και συμπεριφορών.

- Ποια ήταν η κατάσταση της Ελληνικής Φωτογραφίας εκείνη την εποχή;

Την εποχή πριν φύγω για την Αγγλία, δηλαδή μεταξύ 1972 και 1975 όταν έκανα τα πρώτα μου φωτογραφικά βήματα, το τοπίο ήταν φτωχό και μίζερο. Οι σημαντικοί Έλληνες φωτογράφοι της παλιότερης γενιάς μου ήταν άγνωστοι, φωτογραφικά βιβλία και περιοδικά δεν κυκλοφορούσαν. Το κράτος αγνοούσε παντελώς τη φωτογραφία όπως και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες, φωτογραφική παιδεία δεν υπήρχε ενώ η φωτογραφία που προωθούνταν ως καλλιτεχνική ήταν τελείως απλοϊκή και περιγραφική. Η πενιχρή καλλιτεχνική παραγωγή, ασφυκτιούσε κάτω από ένα συντηρητικό ιδεολόγημα του ερασιτεχνικού που αναπαρήγαγε κάθε στερεότυπη γραφικότητα αποφεύγοντας να αγγίξει τα ουσιαστικά κοινωνικά θέματα της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Όμως το 1979 που επέστρεψα στην Ελλάδα, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς. Κατ’ αρχάς είχε δημιουργηθεί το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, που σηματοδότησε τη γέννηση της Νέας Ελληνικής Φωτογραφίας παίζοντας έναν σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση ενός κυρίαρχου ρεύματος στην δημιουργική φωτογραφία τη στείρα εκείνη εποχή. Έγινε ο χώρος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονταν για τη δημιουργική φωτογραφία. Παρουσίαζε αφιλοκερδώς τη δουλειά όλων σχεδόν των Ελλήνων φωτογράφων που αργότερα αποτέλεσαν τον κορμό της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας. Μέσα στις δυόμιση δεκαετίες λειτουργίας του έφερε πολύ σημαντικές εκθέσεις από το εξωτερικό, διοργάνωσε προβολές, διαλέξεις, συναντήσεις με ξένους φωτογράφους και δημιούργησε το πρώτο αρχείο καταγραφής της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας σε ψηφιακή μορφή. Παράλληλα, την εποχή εκείνη άρχισε να κυκλοφορεί ευρέως και το φωτογραφικό περιοδικό «Φωτογραφία» και αργότερα το «Camera International», με εκδότη τον Σταύρο Μωρεσόπουλο. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και η διοργάνωση των πρώτων Ελληνικών φεστιβάλ φωτογραφίας όπως το «Parallaxis» στη Θεσσαλονίκη το 1985, που μετεξελίχτηκε σε «Φωτογραφική Συγκυρία» το 1988, καθώς και ο «Διεθνής μήνας Φωτογραφίας» στην Αθήνα.

- Υπάρχουν άνθρωποι (καλλιτέχνες και μη) που σας επηρέασαν και σας ενέπνευσαν με τη ζωή και το έργο τους;

Ανάλογα την εποχή και τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες, φυσικά και επηρεάστηκα συνειδητά ή υποσυνείδητα από ανθρώπους που σχετίστηκα καθώς και καλλιτέχνες από όλο το φάσμα των τεχνών, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο κ.λπ. Όλες αυτές οι επιρροές με βοήθησαν να ωριμάσω ως άνθρωπος και κατ’ επέκταση ως καλλιτέχνης. Με βοήθησαν να γίνω κοινωνικά ευαίσθητος. Είχα τη δυνατότητα να ξεφυλλίσω πολλά φωτογραφικά βιβλία αφού το διαδίκτυο δεν ήταν διαθέσιμο την εποχή που ωρίμαζα καλλιτεχνικά, τα οποία αγάπησα πολύ και τα θεωρώ το καταλληλότερο μέσο αναπαραγωγής της φωτογραφικής εικόνας. Εστιάζοντας σε συγκεκριμένους φωτογράφους, θα έλεγα ότι στα πρώτα μου βήματά πέραν των κλασσικών (Walker Evans, Paul Strand, Robert Frank, August Sander κ.ά.) με επηρέασε ο τρόπος που προσέγγιζαν τα θέματά τους μεταξύ άλλων και ο Bruce Davidson, ο Martin Parr και κυρίως η Diane Arbus. Δειγματοληπτικά, θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στον Duane Michals και την ένταξη του γραπτού λόγου στη δουλειά του πάνω στο φαντασιακό, καθώς και στην Taryn Simon για την τυπολογία που επέλεξε για να αφηγείται ανθρώπινες ιστορίες.

- Πώς ξεκινήσατε να φωτογραφίζετε την οικογένειά σας;

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, την εποχή που η αντιπαράθεση με τους γονείς μου και κυρίως με τον πατέρα μου είχε πλέον καταλαγιάσει, επινόησα ένα αυθόρμητο, «θεατρικό» θα έλεγα παιχνίδι, που στηρίχτηκε σε προφανείς συλλογισμούς πάνω στη μνήμη και το χρόνο και κατέληξε να συνδέσει τις φωτογραφίες που προέκυψαν με την πρακτική της ψυχοθεραπείας.

Τα αδέλφια μου κι εγώ είχαμε πλέον τις οικογένειές μας, τις δουλειές μας και την καθημερινότητά μας. Το πατρικό μου στη Κυψέλη, όπου έμεναν μόνοι τους πλέον οι γονείς μου, αποτελούσε ακόμα κέντρο συνάντησης όλης της οικογένειας με αφορμή κάποιο Κυριακάτικο ή γιορτινό τραπέζι. Όλες οι ενοχές και η έλλειψη αυτοεκτίμησης που κληρονόμησα από τα παιδικά μου χρόνια – ότι δηλαδή θα έπρεπε να τιμωρηθώ διότι ως πρωτότοκος γιός δεν ήμουν ικανός να εκπληρώσω τις προσδοκίες που έτρεφε για μένα ο πατέρας μου- με έκαναν να είμαι ακόμα θυμωμένος μαζί του. Αλλά την ίδια στιγμή σκεφτόμουν πως ήταν πια μεγάλος σε ηλικία όπως και η μητέρα μου, χωρίς να μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία επάνω μου. Ο κάποτε δυνατός και σκληρός πατέρας, είχε πλέον μεταμορφωθεί σε ένα ακίνδυνο ζωάκι.

Κάποιες φορές, σαν βοήθημα της μνήμης, κυρίως η μητέρα μου αλλά συχνά και η αδελφή μου, έφερναν στο τραπέζι παλιές οικογενειακές φωτογραφίες που μας εμφάνιζαν ως μια χαρούμενη, ευτυχισμένη και αξιοπρεπή οικογένεια. Αφηγούνταν ιστορίες από το παρελθόν τόσο ωραιοποιημένες, που στ’ αυτιά μου ηχούσαν σαν να αναφερόντουσαν σε κάποια άλλη οικογένεια και όχι στη δική μας, αποσιωπώντας τις πάμπολλες στιγμές έντασης, προσβολών, απαξίωσης, ή βίαιης συμπεριφοράς που ασκούσε συνήθως ο πατέρας μου. Οι πρωταγωνιστές των φωτογραφιών αυτών ήταν όλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι. Σκέφτηκα λοιπόν να εκμεταλλευτώ τη συγκυρία. Ζήτησα διακριτικά από τα μέλη της οικογένειάς μου να υποδυθούν τους εαυτούς τους σε κάποια από τα παλιά στιγμιότυπα και να επαναλάβω εκείνες τις φωτογραφίες, με τα ίδια ακριβώς πρόσωπα πολλά χρόνια αργότερα, σε μία υποσυνείδητη προσπάθεια να είμαι εγώ πλέον ο σκηνοθέτης στην οικογενειακή μου ιστορία. Εξάλλου, πάντα έβλεπα την οικογένεια ως «θέατρο», ως μία «σκηνή», ένα χώρο όπου οι άνθρωποι «παίζουν» ρόλους. Η συμμετοχή μου σ’ αυτό το θεατρικό δρώμενο και η ίδια πρόκληση προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ήταν αυτό που μου προκαλούσε το ενδιαφέρον.

- Μετά τη δημοσίευση του πρώτου ασπρόμαυρου μέρους της δουλειάς με τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα», ποια ήταν η αντίδραση των μελών της οικογένειάς σας σε σχέση με την προθυμία τους να φωτογραφηθούν ξανά; Ήταν δεκτικοί ή αντέδρασαν αρνητικά; Παρατηρούμε ότι στα επόμενα μέρη του έργου σας τα πορτρέτα των οικείων σας μειώνονται σε σχέση με τις φωτογραφίες αρχείου που αρχίζουν να αυξάνονται και να αξιοποιούνται δημιουργικά.

Το 1991 παρουσίασα την ενότητα «Οικογενειακά Πορτραίτα», όπως είχαν διαμορφωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε μια έκθεση στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα, χωρίς να το γνωστοποιήσω στους οικείους μου, γιατί φοβόμουν μήπως πάψουν να είναι συνεργάσιμοι και εγώ χάσω τους πρωταγωνιστές μου σ’ αυτή τη φωτογραφική ιδέα. Για κακή μου τύχη όμως, την έκθεση επισκέφτηκε απρόσκλητος ο πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, ένας άνθρωπος καλλιεργημένος και φιλότεχνος, που προφανώς από κάπου το είχε πληροφορηθεί. Μια απ’ τις επόμενες μέρες επικοινώνησε με την μητέρα μου για να τις μεταφέρει τις πολύ θετικές του εντυπώσεις από την έκθεση! Σχολιάζοντας λοιπόν κάποια από τα δίπτυχα της έκθεσης αναφέρθηκε και στο πορτραίτο της, αυτό με τον τεράστιο φιόγκο στα μαλλιά και το περιστέρι στα χέρια. Παρά τις εξηγήσεις που της έδωσα επιστρατεύοντας ότι καλλιτεχνικό επιχείρημα μπορούσα να σκεφτώ, η μητέρα μου δεν πείστηκε και θεώρησε ότι την εξέθετα παρουσιάζοντάς την σε αυτές τις αλλοπρόσαλλες πόζες. Η δημοσιοποίηση λοιπόν των φωτογραφιών εκείνων, ήταν η αιτία που οι γονείς μου αρνήθηκαν να συνεχίσουν να ποζάρουν και να υποδύονται τους εαυτό τους στα παλιά φωτογραφικά στιγμιότυπα. Έτσι, εκ των πραγμάτων αναγκάστηκα πλέον να συνεχίσω τη δουλειά πάνω στα οικογενειακά χωρίς τη φυσική τους παρουσία, φωτογραφίζοντας αρχικά κυρίως αντικείμενα που μου έφερναν στη μνήμη στιγμές από τα παιδικά μου χρόνια παρουσιάζοντάς τα σε σύζευξη με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες αρχείου, υλοποιώντας ένα ταξίδι του φαντασιακού που κατέληξε στην ενότητα «Παράλληλες Εικόνες». Αφορμή για την επόμενη ενότητα, «Μια Οικογενειακή Ιστορία», στάθηκε μια σειρά καρτ-ποστάλ που συγκέντρωσα και οι οποίες είχαν ανταλλαγεί μεταξύ μελών της οικογένειάς μου. Αυτή τη φορά η μεταχείριση του υλικού μου ήταν πιο σύνθετη αντιπαραβάλλοντας φωτογραφίες αρχείου με δικά μου σχόλια σε μία διορθωτική αφήγηση των αναμνήσεών μου και κατά συνέπεια, της ίδιας της ζωής μου. Στην πιο πρόσφατη ενότητα «Απογραφή» η χρήση αρχειακού υλικού έγινε ακόμα πιο σύνθετη και εκτεταμένη.

- - Μελετώντας το αυτοβιογραφικό σας έργο έχω την εντύπωση ότι η φωτογραφία λειτούργησε ως ένας στίβος αντιπαράθεσης ανάμεσα σε εσάς και τον πατέρα σας. Το δικό σας φωτογραφικό οικογενειακό αφήγημα είναι εντελώς διαφορετικό και σαφώς επικρατεί του στερεότυπου δικού του. Φυσικά, αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι εσείς περάσατε από το ερασιτεχνικό στάδιο στο επίπεδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και στο ότι αποτελεί τον κύριο στόχο σας. Τι ακριβώς σημαίνει για εσάς η επαναδημιουργία της οικογενειακής σας ιστορίας;

Το θέμα που διατρέχει την ενασχόλησή μου με την αυτοβιογραφική οικογενειακή φωτογραφία για πάνω από 30 χρόνια, είναι αυτό της μνήμης ως μίας υποκειμενικής ερμηνείας των πραγματικών γεγονότων και όχι ως η αντικειμενική καταγραφή τους. Όπως έχει πει ο Gabriel Garcia Marquez: «Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί» και νομίζω ότι εκφράζει απόλυτα την ουσία της δουλειάς μου πάνω διαχείριση της μνήμης. Σίγουρα η μνήμη μας είναι επιλεκτική, φιλτράρει τα πραγματικά γεγονότα με βάση προσωπικά μας βιώματα, ασυναίσθητα όμως αντλεί στοιχεία και από το υποσυνείδητο και τελικά διαμορφώνεται με βάση απολύτως υποκειμενικά κριτήρια. Εξάλλου στα οικογενειακά άλμπουμ ποτέ δεν δηλώνεται τι έχει προηγηθεί ή ακολουθήσει ενός φωτογραφικού στιγμιότυπου. Η μνήμη καλείται να το συμπληρώσει και συχνά να το ανατρέψει. Να αποκαλύψει ενδεχομένως το τι κρύβεται πίσω απ’ τη βιτρίνα αφού τα οικογενειακά άλμπουμ εν γένει παίζουν το ρόλο βιτρίνας της οικογενειακής αφήγησης. Το δικό μου φωτογραφικό οικογενειακό αφήγημα αμφισβητεί τα τελετουργικά στερεότυπα της οικογένειάς μου, προσπαθώντας να τα ανατρέψει και να αποκαλύψει τα «μυστικά και ψέματα» της οικογενειακής ζωής και της αναπαράστασής της, κάτι που προσωπικά με λυτρώνει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επανατοποθετώ τον εαυτό μου μέσα στην «παράσταση» αρχικά οπτικά, αλλά σε μεταγενέστερες ενότητες και λεκτικά με την προσθήκη προσωπικών σχολίων, σε μια προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης του ρόλου μου. Έχοντας περάσει μια δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία αντιμέτωπος με έναν θυμωμένο και πολλές φορές βίαιο πατέρα, επειδή όπως ανέφερα επιγραμματικά σε προηγούμενή σας ερώτηση, βάσει των δικών του προτύπων δεν φαινόταν να ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του, είχα την τύχη να εκφράσω μέσα απ’ τη φωτογραφία τα αισθήματα θυμού και θλίψης που με διακατείχαν, τη διαδικασία της εκδίκησης, της συγχώρεσης και τελικά της λησμονιάς. Στο σύνολό της η ενασχόλησή μου με την Οικογενειακή Φωτογραφία, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα συνεχές αυτοπορτραίτο που αντανακλά την ανάγκη μου να εξερευνήσω, να κατανοήσω και να μεταβολίσω ένα μισοξεχασμένο, μισοεπινοημένο παρελθόν μέσω του οποίου προσπαθώ να διαχειριστώ τα συναισθήματα ανεπάρκειας, απόρριψης και φόβου με καταβολές στα επώδυνα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας. Αποτελεί νομίζω μία προσπάθεια αποδόμησης της μνήμης σε αναζήτηση της προσωπικής μου ταυτότητας και αυτοαντίληψης. Μια προσπάθεια να φωτίσω τη συνήθως αθέατη πλευρά της οικογενειακής παθογένειας και να βάλω τη μνήμη μου σε μια «τάξη».

- - Όπως ήδη μας είπατε, από τη στιγμή που ξεκινήσατε να χρησιμοποιείτε και να φωτογραφίζετε το οικογενειακό αρχείο, η δουλειά σας γινόταν σταδιακά όλο και πιο σύνθετη. Στην απογραφή για παράδειγμα, προστέθηκαν επιπλέον αντικείμενα, ενθύμια κ.λπ. Πόσο δύσκολο ήταν να δαμάσετε όλο αυτό το υλικό ώστε να στήσετε μια άρτια δομημένη και σύνθετη αφήγηση;

Έχετε δίκιο. Με την πάροδο του χρόνου άρχισα σχεδόν ασυναίσθητα να χρησιμοποιώ και να φωτογραφίζω αντικείμενα, ενθύμια, αλληλογραφία κ.ά. που βρήκα στο πατρικό μου σπίτι με τη βεβαιότητα ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα διαφύλασσα στη μνήμη μου τα πρόσωπα των οικείων μου και την ουσία της σχέσης μου με αυτά, περισσότερο και καλύτερα από τις ίδιες τις αναμνηστικές τους φωτογραφίες.

Η τελευταία ενότητα της δουλείας μου πάνω στα οικογενειακά με τον τίτλο «Απογραφή» είναι όντως πιο σύνθετη σε σχέση με τις προηγούμενες. Η ιδέα μου ήρθε σταδιακά. Αρχικά μίλησε το συναίσθημα. Η πρώτη επίσκεψη στο πατρικό μου αμέσως μετά το θάνατό της μητέρας μου ήταν ένα συναισθηματικό σοκ για μένα: μόνος σε ένα σπίτι στο οποίο μέχρι πριν λίγες μέρες ζούσε εκείνη μαζί με τη γυναίκα που τη βοηθούσε και τώρα ήταν άδειο από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Ο χρόνος είχε παγώσει. Δύο άπλυτα πιάτα και ένα μπρίκι στο νεροχύτη, κάποια απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι χωρίς να υπάρχει πλέον ο άνθρωπος να τα φορέσει. Προσωπικά αντικείμενα και ρούχα της αφημένα στο μπάνιο και στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι της. Η πολυθρόνα με το μαξιλάρι και το σάλι της ήταν ακόμα εκεί στην αγαπημένη της θέση δίπλα στη μπαλκονόπορτα. Το βλέμμα μου έπεσε στις ντουλάπες της. Τις άνοιξα και είδα το κουτί με τα ραφτικά της, τις δαχτυλήθρες και κείνο το ξύλινο αυγό που μαντάριζε τις κάλτσες μας όταν ήμασταν μικροί. Στη μεσαία ντουλάπα ήταν το σίδερο και κάποια από τα παπούτσια της. Στην αριστερή ντουλάπα είχε τα ρούχα της. Κάποια απ’ αυτά μέσα σε πλαστικές σακούλες αφού δεν τα χρησιμοποιούσε πια, γιατί σπάνια έβγαινε απ’ το σπίτι. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν ακόμα στρωμένο με το εμπριμέ μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο.

Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης που αναγκαστικά ακολούθησε, ανακάλυψα στα συρτάρια, τα ντουλάπια, τις τσάντες κ.λπ. μία «κιβωτό οικογενειακών πληροφοριών» από προσωπικά αντικείμενα, ντοκουμέντα και ενθύμια. Αρχικά κατέγραψα λεπτομερώς το περιεχόμενο τους και στη συνέχεια τα φωτογράφησα χωρίς ακόμα να ξέρω πώς θα το χρησιμοποιήσω δημιουργικά. Η ιδέα για την υλοποίηση της σειρά «Απογραφή» ήρθε λίγο αργότερα και μετά από αρκετή σκέψη και πειραματισμούς. Με αφετηρία κάποιο από τα ευρήματα αυτά, ξετυλίγω την ιστορία της οικογένειάς μου και των άμεσα συγγενών μου που πορεύονται παράλληλα με σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Κάτω από κάθε φωτογραφική σύνθεση παραθέτω δικά μου κείμενα με επεξηγήσεις, σχόλια και περιγραφές άλλοτε τεκμηριωτικής και άλλοτε συναισθηματικής φύσης. Συνθέτοντας έναν προσωπικό αφηγηματικό ιστό, περιπλέκω τις ιστορίες των μελών της οικογένειάς μου και τις διαδρομές της ζωής τους, προσπαθώντας να φωτίσω τις σχέσεις, τις επιδράσεις και τις επιρροές που διαμόρφωσαν τελικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Παράλληλα, στα έργα αυτά αιωρούνται διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την απώλεια, το φόβο για το γήρας και το θάνατο.

- Η οικογενειακή δουλειά σας πέρα από τον αυτοβιογραφικό της χαρακτήρα σκιαγραφεί μια γενικότερη εικόνα της Ελληνικής αστικής οικογένειας του περασμένου αιώνα που ίσως δεν έχει αλλάξει τόσο δραματικά όσο νομίζουμε. Πόσο επηρέασε το γεγονός αυτό τον ρόλο σας ως πατέρα;

Πράγματι, η γενικότερη εικόνα της Ελληνικής οικογένειας δεν έχει αλλάξει τόσο δραματικά όσο νομίζουμε σε σχέση με αυτή του περασμένου αιώνα. Τα στερεότυπα συνεχίζουν να επιβάλουν, συνήθως μέσα από ένα αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος, φροντίδας και ταυτόχρονα ανησυχίας των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους, μια καλά κρυμμένη τάση εξουσίας που συντελείται με τέτοιο τρόπο που κάνουν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους. Οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη των παιδιών τους, πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν μεταξύ τους, όπως των δασκάλων, των αφεντικών, των πολιτικών. Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζει συνήθως το παιδί σαν ένα ανάπηρο κοινωνικά άτομο που χρειάζεται χειραγώγηση, για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον "αγώνα" της ζωής. Σ΄ αυτό τον "αγώνα" οι γονείς δεν του επιτρέπουν είτε με την υπέρ-προστατευτικότατα είτε με την αδιαφορία τους, να γνωρίσει τον εαυτό του ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει την καθημερινότητά του με τη σημασία που το ίδιο θα της απέδιδε από την εμπειρία του μέσα σε αυτή.

Κρίνοντας εξ ιδίων, νομίζω ότι άνθρωποι που στην παιδική τους ηλικία έχουν αισθανθεί απόρριψη και βία από τους ίδιους τους γονείς τους αντί αγάπη και αποδοχή, όταν γίνουν οι ίδιοι γονείς εύκολα φτάνουν στο άλλο άκρο εφαρμόζοντας ασυναίσθητα μια πολύ ανεκτική διαπαιδαγώγηση προς τα παιδιά τους, η οποία συνήθως οδηγεί σε λάθος αποτελέσματα. Πάντως, με την αυτογνωσία που μου πρόσφερε η μακρόχρονη ενασχόλησή μου με την οικογενειακή φωτογραφία που καθόλου τυχαία δεν ήταν, προσπάθησα ως πατέρας πλέον να μην αναπαράγω τα στερεότυπα της τυπικής Ελληνικής οικογένειας στην ανατροφή των παιδιών μου. Προφανώς βέβαια, υπέπεσα σε άλλου είδους λάθη. Το πόσο καλά τα κατάφερα είναι μια άλλη ιστορία που ενδεχομένως θα την αφηγηθούν μελλοντικά άλλοι.

- Από τα λίγα δείγματα που υπάρχουν (κυρίως σε βιβλία) φαίνεται ότι συνεχίζετε να φωτογραφίζετε και τη δική σας οικογένεια. Με ποιο τρόπο χτίζετε αυτό το νέο κομμάτι του οικογενειακού αφηγήματος και πόσο σημαντικό είναι για εσάς; Σκοπεύετε να το παρουσιάσετε κάποια στιγμή στο μέλλον;

Φωτογραφίες της δικής μου οικογένειας άρχισα να τραβάω από το 1980 όταν η κόρη μου ήταν ακόμα στη κοιλιά της μητέρας της. Δεν βίωσα ωστόσο αρκετά την καθημερινότητά της λόγω του σχετικά σύντομου χωρισμού μας. Αυτό όμως έγινε με τον γιό μου που γεννήθηκε το 1999 και με τον οποίο μοιράστηκα την καθημερινότητα μέχρι το 2013. Από τα χρόνια αυτά μαζεύτηκε αρκετό φωτογραφικό υλικό. Κατά συνέπεια είναι πολύ σημαντικό για μένα, μετά τις τέσσερεις ενότητες της δουλείας μου που αφορούν στην οικογένεια που δημιούργησαν οι γονείς μου και σχετίζονται με την παιδική μου ηλικία, να παραθέσω το δικό μου «αφήγημα» που θα πραγματεύεται το οικογενειακό άλμπουμ της δικιάς μου οικογένειας και θα αφορά στην ενήλικη ζωή μου. Θα περιέχει φωτογραφίες που τράβηξα συνειδητά με ένα όμως διαφορετικό σκεπτικό που προσδοκώ ότι θα ανατρέπει τα κλισέ, θα «αποκαλύπτει» παρά θα «αποκρύπτει». Έχοντας πλέον πλήρη συνείδηση της διαδικασίας παραγωγής ενός οικογενειακού λευκώματος, θα προσπαθήσω να αφήσω στα παιδιά μου τελείως διαφορετικές εικόνες: απολύτως σκηνοθετημένες, στις οποίες η παράσταση και οι ρόλοι παίζονται συνειδητά εξαρχής.

Φυσικά και θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον κάτι ολοκληρωμένο σχετικά με αυτή τη δουλειά που όμως ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της διαμόρφωσης και δεν έχει λάβει την τελική της μορφή.

- Οι περισσότεροι γνωρίζουν κυρίως το έργο σας με τον γενικότερο τίτλο «Οικογενειακά πορτρέτα». Υπάρχουν άλλα θέματα που σας απασχολούν και τα οποία φωτογραφίζετε παράλληλα;

Όπως ανέφερα και στην αρχή της συνέντευξης, στα πρώτα μου βήματα με γοήτευσε κυρίως αυτό που ονομάζουμε φωτογραφία δρόμου με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό ντοκουμέντο, πράγμα που ποτέ δεν εγκατέλειψα. Πάντα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι και με γοήτευε η διαφορετικότητά τους. Η φωτογραφία μου άνοιξε πόρτες και με διευκόλυνε να εισχωρήσω σε ανθρώπινες καταστάσεις, αλλά ταυτόχρονα μου επέτρεπε να κρατάω και τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας με το να κρύβομαι πίσω απ’ την ιδιότητα του φωτογράφου. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι ποτέ δεν ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη φωτογραφία με την έννοια του βιοπορισμού όπως έκαναν οι περισσότεροι γνωστοί φωτογράφοι της γενιάς μου. Ως εκ τούτου φωτογράφιζα στον ελεύθερο μου χρόνο, που συνήθως ήταν πολύ περιορισμένος και κατά συνέπεια, οι φωτογραφίες μου είχαν άμεση σχέση με τα ενδιαφέροντά μου. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας το 1980-81 φωτογράφησα όπως σας είπα τους συναδέλφους μου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 φωτογράφισα ανθρώπους που συμμετείχαν σε αποκριάτικους εορτασμούς και το Κυριακάτικο παζάρι στο Μοναστηράκι. Παράλληλα με το ενδιαφέρον μου για την οικογενειακή φωτογραφία και τη συνεχή φωτογράφιση των οικείων μου, φωτογράφισα ανθρώπους σε κέντρα διασκέδασης, σε παραλίες, σε πολιτικές συγκεντρώσεις, ανθρώπους που σχετίστηκα ή συνάντησα στη καθημερινότητά μου και στη δουλειά μου, σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές φίλων, συναδέλφων και γνωστών, ανθρώπους που συνάντησα στην Ελληνική επαρχία αλλά και στο εξωτερικό μέσα από τα επαγγελματικά μου ταξίδια ή κατά τη διάρκεια των διακοπών μου. Φωτογραφίζω τοπία από όλα τα μέρη που ταξιδεύω, φωτογραφίζω τις δραστηριότητες των ανθρώπων και το μεταβαλλόμενο νησιωτικό τοπίο στη Σέριφο που έχω σπίτι, για πάνω από τριάντα χρόνια κ.ο.κ. Πολλές φορές επανέρχομαι στην ίδια θεματολογία ξανά και ξανά κατά στο πέρασμα του χρόνου. Η Φωτογραφία λοιπόν για μένα λειτουργούσε και λειτουργεί ακόμα, σαν ένα οπτικό ημερολόγιο της ζωής μου με απόλυτα αυτοβιογραφικές αναφορές ανάλογα τη φάση στην οποία βρίσκομαι την κάθε χρονική περίοδο.

- Είστε ένας καταξιωμένος φωτογράφος εντός και εκτός συνόρων. Η δουλειά σας έχει εκτεθεί και παρουσιαστεί επανειλημμένα, ωστόσο δεν υπάρχει παρά ένα ελάχιστο δείγμα από αυτή στο διαδίκτυο για τους σπουδαστές και τους μελετητές της φωτογραφίας. Σκέφτεστε να την αναρτήσετε κάποια στιγμή σε μια προσωπική ιστοσελίδα;

Τα χρόνια που ήμουν σε εξηρτημένη σχέση εργασίας, είχα περιορισμένο ελεύθερο χρόνο. Έτσι επέλεξα να ρίξω το βάρος μου στο να είμαι φωτογραφικά όσο το δυνατόν πιο παραγωγικός, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι από τη φύση μου είμαι αρκετά τεμπέλης. Αυτός είναι ένας απ’ τους λόγους που η δημιουργία μιας προσωπικής ιστοσελίδας πήγε πίσω. Άλλος λόγος ήταν ότι μέχρι το 2007 φωτογράφιζα με αναλογική μηχανή και ως εκ τούτου μεγάλο μέρος του αρχείου μου έπρεπε να ψηφιοποιηθεί και να γίνει επεξεργασία των εικόνων απ’ την αρχή. Επιπλέον, απαιτείται να γίνουν οι απαραίτητες μεταφράσεις των κειμένων και των σχολίων που αποτελούν μέρος των έργων μου σε αρκετές από τις δουλείες μου, κάτι που χρειάζεται πολύ χρόνο και χρήμα. Νομίζω όμως ότι όλα αυτά έχουν πάρει πλέον το δρόμο τους και ελπίζω ότι μέσα στο 2019 θα μπορέσω να έχω έτοιμο για ανάρτηση ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου. Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι κρυφός μου πόθος είναι να έβλεπα μια μέρα τη δουλειά μου τυπωμένη μέσα από μια σειρά φωτογραφικών λευκωμάτων, πράγμα που κάτω από τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό με το πολύ περιορισμένο αγοραστικό κοινό φωτογραφικών λευκωμάτων που υπάρχει στην Ελλάδα και της πολύ προσωπικής θεματολογίας της δουλειάς μου, ακούγεται μάλλον ανεδαφικό.

- Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την εποχή;

Κατ’ αρχάς συνεχίζω να δουλεύω εμπλουτίζοντας το οικογενειακό μου φωτογραφικό αρχείο. Παράλληλα, ασχολούμαι με φωτογραφικές δουλειές που είτε άφησα ημιτελείς στη πορεία του χρόνου, όπως τα «Εγκλήματα Πάθους», μια σειρά με φωτογραφίες και κείμενα που βασίζονται σε αποδελτίωση πραγματικών γεγονότων από τον Τύπο, ή τις συμπληρώνω με νέα έργα όπως κάνω με την ενότητα «Απογραφή», η οποία ήδη αριθμεί δεκαπέντε τρίπτυχα που ποτέ δεν έχουν εκτεθεί στο σύνολό τους. Επίσης, επεξεργάζομαι ενότητες φωτογραφιών που τράβηξα πριν από χρόνια και δεν τις έχω παρουσιάσει ποτέ όπως οι «Γάμοι», με μία όμως τελείως καινούρια εννοιολογική και αισθητική προσέγγιση σε σχέση με το πρωτογενές υλικό. Όπως ανέφερα και σε προηγούμενη ερώτησή σας σκέφτομαι πολύ πάνω σε μία νέα ενότητα των «Οικογενειακών» που θα πραγματεύεται το οικογενειακό άλμπουμ της δικιάς μου οικογένειας και θα αφορά στην ενήλικη ζωή μου. Εξ άλλου, ποτέ δεν είχα το άγχος να δείξω κάτι καινούριο. Ήθελα πρώτα να ωριμάζουν τα πράγματα μέσα μου και να είμαι σίγουρος ότι αυτά που αποφασίζω να δείξω έχουν κάτι ουσιαστικό και ειλικρινές να πουν.