O Kωστής Aντωνιάδης σπούδασε Φυσική και από το 1974 εργάζεται ως επαγγελματίας φωτογράφος. Είναι ιδρυτικό μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών και από το 1979 έχει οργανώσει και παρουσιάσει πολυάριθμες εκθέσεις φωτογραφίας Ελλήνων και ξένων φωτογράφων στην Ελλάδα και σε διεθνή φεστιβάλ στο εξωτερικό. Διετέλεσε διευθυντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (2003-2005) και από το 2006 εργάζεται ως ανεξάρτητος επιμελητής εκθέσεων. Φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έχει συγγράψει κείμενα και μελέτες για τη φωτογραφία και έχει επιμεληθεί την έκδοση φωτογραφικών λευκωμάτων. Είναι ομότιμος καθηγητής φωτογραφίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Το παραπάνω σύντομο βιογραφικό ελάχιστα σκιαγραφεί την προσωπικότητα και το έργο ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας. Η καλλιτεχνική δουλειά του Κωστή Αντωνιάδη, πολυεπίπεδη και πρωτοποριακή, διεύρυνε το φωτογραφικό πεδίο και επηρέασε την πορεία και την εξέλιξη της φωτογραφίας στην Ελλάδα. Η ακαδημαϊκή καριέρα του συνέβαλε στον εμπλουτισμό του θεωρητικού φωτογραφικού λόγου και τη δημιουργία μιας νέας δυναμικής γενιάς Ελλήνων φωτογράφων. Η εξίσου επιτυχημένη διαδρομή του στα μονοπάτια της τέχνης, της επιστήμης και της εκπαίδευσης, νομίζω ότι αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα του. Ο Κωστής Αντωνιάδης είναι ένας πολύπλευρος άνθρωπος, μόνιμα προπορευόμενος της εποχής που ζει, με ανεξάντλητη ενέργεια, φαντασία και ανήσυχο πνεύμα. Ο τρόπος που προσεγγίζει φωτογραφικά και θεωρητικά ζητήματα ισορροπεί την καλλιτεχνική ευαισθησία με την επιστημονική μέθοδο. Αμφισβητεί, υποθέτει, πειραματίζεται, επεμβαίνει, ξεπερνά τα όρια, ψάχνει κάτω από την επιφάνεια. Θυμίζει τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες-επιστήμονες που επιζητούσαν την αλήθεια παράλληλα με την έκφραση και δεν δίσταζαν, εκτός από το να δημιουργούν, να ανατέμνουν, να υπολογίζουν, να εφευρίσκουν. Η φωτογραφία μοιάζει να είναι γι’ αυτόν ένα ανεξάντλητο πεδίο έρευνας με συνάψεις σε κάθε τομέα της ζωής και ταυτόχρονα μια γλώσσα με την οποία αρθρώνει λόγο για αυτή την ίδια και την ιδιαίτερη σχέση της με τον άνθρωπο.

- Γνωρίζοντας το έργο σας κι επειδή συχνά ο μύθος του καλλιτέχνη, δασκάλου και θεωρητικού κρατά τον άνθρωπο στη αφάνεια, θα θέλαμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας για τον Κωστή Αντωνιάδη πριν την ενασχόλησή του με τη Φωτογραφία. Πώς είσαστε ως παιδί, τι όνειρα κάνατε για το μέλλον, ποιες εμπειρίες σας σημάδεψαν;

Ο κινηματογράφος. Κατά κάποιο τρόπο ήμουν από μικρός μέσα στις κινηματογραφικές ταινίες. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι στο Παλαιό Φάληρο με έναν υπέροχο κήπο και εκεί ζούσα ενεργητικά διάφορους ρόλους, επαναλάμβανα σκηνές που είχα δει στο σινεμά. Συχνά επινοούσα δικές μου ιστορίες τις οποίες διηγιόμουνα στους δικούς μου μέχρι που γίνονταν μέρος της πραγματικότητας. Οι εικόνες που τις συνόδευαν ήταν τόσο έντονες και ακριβείς που από κάποια στιγμή και έπειτα πίστευα πως αυτά που φανταζόμουν είχαν πράγματι συμβεί. Βλέπετε πως από πολύ μικρή ηλικία ήξερα τι θα κάνω και είμαι ευτυχής που τα κατάφερα.

- Πώς και πότε η φωτογραφία μπήκε στη ζωή σας και, καθώς φαίνεται, κυριάρχησε;

Υπεύθυνος για τη σχέση μου με τη φωτογραφία είναι ασφαλώς ο πατέρας μου, που σαν ερασιτέχνης φωτογράφος είχε φτιάξει στο σπίτι μας ένα σκοτεινό θάλαμο, εμφάνιζε φιλμ και τύπωνε φωτογραφίες. Καθοριστική όμως για το επάγγελμα του φωτογράφου ήταν η σχέση μου με έναν γείτονα, φίλο της οικογένειας ο οποίος περιστασιακά εργαζόταν ως φωτογράφος. Δουλειά του ήταν να φωτογραφίζει στα ναυπηγεία τις υλικές φθορές στα ύφαλα των δεξαμενόπλοιων και με έπαιρνε καμιά φορά μαζί του. Εκεί λοιπόν, με καλή παρέα, δυο Hasselblad και ένα φορητό φλας, κάτω από τον τεράστιο όγκο των δεξαμενόπλοιων πήρα την απόφαση να γίνω φωτογράφος. Άργησε βέβαια αυτό να γίνει,γιατί πρώτα έπρεπε να τελειώσω με τις σπουδές μου στη Φυσική, αλλά από το 1974 πρακτικά δεν κάνω τίποτα άλλο.

- Μπορείτε να μας περιγράψετε πως ήταν για τη φωτογραφία εκείνη η εποχή;

Την δεκαετία του 70 ότι και να έκανες στη φωτογραφία, ήταν κάτι καινούργιο. Φωτογραφική παράδοση δεν υπήρχε, καθώς ελάχιστες εργασίες της παλαιότερης γενιάς φωτογράφων ήταν γνωστές. Τότε γνωρίστηκα και με άλλους φωτογράφους όπως το Γιώργο Δεπόλλα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Στέφανο Πάσχο και μαζί ξεκινήσαμε τη πορεία μας στη φωτογραφία. Από μια άποψη λοιπόν είμαστε τυχεροί που ζήσαμε εκείνη την εποχή αλλά προβλήματα υπήρχαν πολλά. Το είδος της φωτογραφίας που υπερασπιζόμασταν, η δημιουργική προσωπική φωτογραφία, ήταν δύσκολο να επιβιώσει ανάμεσα σε στρεβλώσεις και φοβίες. Από τη μια μεριά είχαμε να αντιμετωπίσουμε την δυσπιστία των ερασιτεχνών αλλά και των επαγγελματιών φωτογράφων και από την άλλη την υπεροψία των εικαστικών κριτικών και καλλιτεχνών. Η δημιουργία του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών το 1979 πιστεύω πως ήταν καθοριστική για τον τρόπο που αναπτύχθηκε η φωτογραφία στην Ελλάδα. Καταφέραμε να συσπειρώσουμε σημαντικό αριθμό φωτογράφων, οργανώσαμε εκατοντάδες εκθέσεις ελλήνων και ξένων φωτογράφων, προβολές, διαλέξεις, και με τα ελάχιστα οικονομικά μέσα που διαθέταμε πιστεύω πως καταφέραμε πολλά. Το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών στην οδό Σίνα 52 επί 25 έτη ήταν κατά κάποιο τρόπο το σπίτι της φωτογραφίας. Αυτό το θυμούνται πολλοί και το νοσταλγούν.

- Αναπτύξατε μια σύγχρονη και τολμηρή θεματολογία, ασχοληθήκατε με τη φωτογραφία ως φαινόμενο και την αθέατη πλευρά της φωτογραφικής εικόνας, κλείνοντας το μάτι στο φαντασιακό. Αναρωτιέμαι μήπως το βασικό σας θέμα, το οποίο σπονδυλωτά δημιουργείται όλα αυτά τα χρόνια, είναι μια οπτική διατριβή πάνω στην ίδια τη φωτογραφία…

Δεν έχετε άδικο, και να πω την αλήθεια ποτέ δεν το σκέφτηκα με αυτό τον τρόπο. Το φαντασιακό ήταν αυτό που υπαγόρευε τη θεματολογία μου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Από το 1984 με τη σειρά των Χρησιμοποιημένων Φωτογραφιών στην αρχή κάθε εργασίας έκανα μια υποθετική ερώτηση. Πως θα ήταν, για παράδειγμα, η Αθήνα εάν στα διαφημιστικά πανό οι εικόνες άλλαζαν ή πως θα έμοιαζαν τα ερειπωμένα σπίτια αν οι ιστορίες των κατοίκων τους είχαν αποτυπωθεί στους τοίχους τους. Μετά η υπόθεση έμενε να επιβεβαιωθεί χρησιμοποιώντας τεχνικές που θα έδιναν σε αυτή την απαραίτητη αληθοφάνεια. Κι έπειτα κάθε φορά κοιτάζοντας τις φωτογραφίες μου έπρεπε να απαντήσω στην κρίσιμη ερώτηση: δουλεύει ή όχι; Άλλες φορές η σκέψη μου ακολουθούσε άλλες διαδρομές. Στους «Χάρτες» για παράδειγμα, ήταν να «καθαρίσω» το βλέμμα μου από το φωτογραφημένο τοπίο, να δω στη φύση κάτι για πρώτη φορά. Κι αυτό με οδήγησε σε μια οικολογική δράση με την επινόηση μιας σύνθετης οπτικής αφήγησης, που περιγράφει το τοπίο χωρίς να το δείχνει. Σε κάθε περίπτωση όμως πραγματικό αντικείμενο της εργασίας μου ήταν να μελετήσω την ίδια τη φωτογραφία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μας συνδέει με την πραγματικότητα.

- Έχετε επιμεληθεί τις δουλειές πολλών Ελλήνων και ξένων φωτογράφων. Πιστεύετε ότι ο επιμελητής μπορεί να αναδείξει το έργο ενός δημιουργού χωρίς να επηρεάσει την ταυτότητά του ή κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό;

Η επιμέλεια φωτογραφικών έργων είναι ένα επάγγελμα, μια εργασία που χρειάζεται εμπειρία, τεχνικές και ιστορικές γνώσεις. Όταν ο επιμελητής αντιμετωπίζει το έργο ενός φωτογράφου με αυτό τον τρόπο τότε η δουλεία, για να το πω απλά, γίνεται. Προσωπικά όταν αναλαμβάνω κάποια επιμέλεια συζητάω, ακούω προσεκτικά το φωτογράφο και προσπαθώ να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει τις σκέψεις του στις φωτογραφίες του. Από την ποιότητα αυτής της συζήτησης ξεκινάνε όλα. Αν θα αποκαλυφθεί μια κρυμμένη ποιότητα, αν θα αναδειχθεί το α ή β στοιχείο της εργασίας του φωτογράφου. Κάθε σοβαρή συζήτηση μας επηρεάζει οπότε και η ανάθεση επιμέλειας μπορεί υπό προϋποθέσεις να δώσει στην εργασία του φωτογράφου μια διαφορετική τροπή. Συχνά όμως οι επιμελητές επιβάλλουν τη δική τους άποψη και σε ορισμένες περιπτώσεις επιχειρούν να αναδειχθούν οι ίδιοι σε βάρος του έργου του φωτογράφου. Με την ευκαιρία θα ήθελα εδώ να προσθέσω πως η επιμέλεια στην περίπτωση μιας ομαδικής φωτογραφικής έκθεσης ή λευκώματος είναι διαφορετική. Ο επιμελητής δηλαδή, μπορεί να παραβιάσει ένα φωτογραφικό έργο, επιλέγοντας από αυτό φωτογραφίες που εξυπηρετούν το δικό του θέμα του ή ενισχύουν την άποψή του γι αυτό. Αλλά και πάλι είναι θέμα συνεννόησης με τους φωτογράφους, να γνωρίζουν δηλαδή ποιο είναι το θέμα της έκθεσης, ποιοι άλλοι φωτογράφοι συμμετέχουν σε αυτό κτλ.

- Συχνά, λέτε ότι σας ενδιαφέρει η αφήγηση σε μία φωτογραφική εργασία. Θα μπορούσαμε να μας πείτε μερικά πράγματα γι’ αυτό;

Η αφήγηση αρχίζει να διαμορφώνεται από τη στιγμή που θα ξεκινήσει ένας εσωτερικός διάλογος. Αφορμή μπορεί να είναι κάτι ελάχιστο που παρατηρούμε σε μια φωτογραφία, λχ μια φωτοσκίαση, ένα βλέμμα ή κάποια χειρονομία. Κι έτσι σιγά σιγά αρθρώνεται μια ιστορία. Είναι ο φωτογράφος, εκεί μπροστά στο θέμα του, είναι το άνοιγμα της ιστορίας στον εκτός κάδρου χώρο, είναι οι περιστάσεις της φωτογράφησης που σχηματίζουμε με τη φαντασία μας. Αυτός είναι ο χρόνος που καταλαμβάνει η αφήγηση και δεν αφορά τόσο στην πραγματικότητα όσο στη δική μας αντίληψη και ανάγνωση του φωτογραφημένου συμβάντος. Τη μαγεία μάλιστα της φωτογραφίας μπορεί κανείς να την μετρήσει με την ένταση ανάμεσα σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, την ιστορία δηλαδή που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και σε αυτό το άγνωστο, το διαφορετικό που διαισθανόμαστε πως πραγματικά έχει συμβεί. Κι έπειτα είναι και οι άλλες φωτογραφίες που την πλαισιώνουν και συμμετέχουν, ενισχύουν, απλώνουν την αφήγηση, συντηρούν το αίνιγμα. Νέοι κυρίως φωτογράφοι μου λένε συχνά πως αυτή η ανάγνωση δεν ταυτίζεται με τη σκέψη τους, τις πραγματικές περιστάσεις της φωτογράφισης, και σ’ αυτό αισθάνονται πως έχουν κάνει κάτι λάθος, πώς ο θεατής εντέλει δεν κατάλαβε αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να πουν. Η απάντησή μου είναι πως εάν ζητούμενο είναι αυτό το είδος επικοινωνίας, τότε κακώς ασχολούνται με τη φωτογραφία. Το κείμενο σε αυτή την περίπτωση δουλεύει καλύτερα, μπορεί να αποδώσει με σαφήνεια μια σκέψη.

- Στις μέρες μας, οι τάσεις στη φωτογραφία διαδέχονται η μία την άλλη ταχύτερα από ότι στο παρελθόν, λόγω της ύπαρξης του διαδικτύου. Τι «τρέχει» αυτή τη στιγμή στη φωτογραφία και πόσο θεωρείται ότι θα κρατήσει; Πρέπει οι νέοι φωτογράφοι να ασχολούνται με κάτι τέτοιο ή απλά να ζουν την εποχή τους και να μιλούν γι’ αυτή μέσω των προσωπικών τους βιωμάτων;

Δεν ξέρω τι εννοείτε ρωτώντας πόσο θα κρατήσει. Ή μάλλον διακρίνω στην ερώτηση μια ανησυχία σαν να βιώνουμε μια κακοκαιρία και αναρωτιόμαστε πότε θα περάσει. Δεν μου αρέσουν οι προβλέψεις αλλά διαισθάνομαι πως πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με αυτή τη διαφορετική κατάσταση των φωτογραφικών πραγμάτων. Δεν είναι μόνο το διαδίκτυο, είναι η ευκολία της τεχνικής, είναι και οι σπουδές στη φωτογραφία που έχουν αλλάξει οριστικά το τοπίο. Αντιμετωπίζουμε διστακτικά οτιδήποτε καινούργιο εμφανίζεται στον πολιτισμό μας και η πρόσφατη πολυφωνία μπορεί να μας τρομάζει, αλλά χρειάζεται να την κατανοήσουμε, και να χαρούμε τις νέες προοπτικές που κάθε τόσο εμφανίζονται στον δημιουργικό ορίζοντα. Βέβαια ορισμένα φαινόμενα είναι ανησυχητικά. Είδα προ ημερών την έκθεση APhF 18 στο μουσείο Μπενάκη. Δεκάδες προτάσεις που είχαν ισοπεδωθεί από την αγωνία των φωτογράφων να ταυτιστούν με σύγχρονες πρακτικές, και αναφέρομαι στο τρόπο παρουσίασης των φωτογραφιών τους, διαφορετικά μεγέθη, άναρχη τοποθέτησή τους στους τοίχους, κάδρα στο πάτωμα κτλ, δηλαδή την διακοσμητική, όπως την αποκαλώ, έκθεση των έργων τους. Φοβάμαι πως αυτή η τάση έχει προκύψει μέσα από μια συνεχιζόμενη αβεβαιότητα της θέσης που κατέχει η φωτογραφία στον κόσμο της τέχνης. Γιατί πρόκειται ουσιαστικά για «εγκαταστάσεις» κι αναρωτιέμαι, πάλι τα ίδια; πάλι το δεκανίκι των εικαστικών τεχνών; Είναι βέβαια και η εμπορική αξία της φωτογραφίας και οι επιμελητές των γκαλερί που επιδιώκουν να τις πουλήσουν. Οι εγκατάσταση των φωτογραφικών έργων στον εκθεσιακό χώρο φαίνεται πως προσδίδει σε αυτά μια πρόσθετη καλλιτεχνική αξία. Μια εγκατάσταση όμως έχει νόημα έτσι όπως παρουσιάζεται στο χώρο, και αυτό είναι κάτι που συχνά οι φωτογράφοι το ξεχνούν. Υποβάλλουν προτάσεις, φτιάχνουν ένα photobook ή ακόμα και στην προσωπική τους ιστοσελίδα οι φωτογραφίες έχουν όλες το ίδιο μέγεθος και είναι σε μια συγκεκριμένη σειρά. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται πως η παρουσίαση, η «εγκατάσταση» των φωτογραφιών τους είναι μέρος του έργου. Όταν αυτή αλλάζει το έργο είναι διαφορετικό.

- Είναι αξιοσημείωτο το ότι η διδαχή, η συμμετοχή σας σε φορείς όπως το ΦΚΑ ή η διεύθυνση του ΜΦΘ και, γενικότερα, η θεωρητική σας απασχόληση με τη φωτογραφία δεν εμπόδισαν τη δημιουργικότητά σας και την παραγωγή προσωπικού καλλιτεχνικού έργου, κάτι που λίγοι καταφέρνουν να συνδυάσουν. Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σας σε αυτή την παράλληλη πορεία;

Η αλήθεια είναι πως η πολύπλευρη ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία, η δημιουργία του ΦΚΑ, η διδασκαλία στο ΤΕΙ η συγγραφή θεωρητικών κειμένων και οι επιμέλειες που έχω κάνει, είχαν ως κίνητρο να έχω απέναντί μου, δίπλα μου συνομιλητές, νέους, συναδέλφους και το κοινό. Πιστεύω πως όλες οι περί την φωτογραφία ασχολίες μου με βοήθησαν εντέλει να σκέφτομαι και να είναι παραγωγικός. Βέβαια, από το 1995 μέχρι το 2012 δεν έκανα κανένα προσωπικό φωτογραφικό έργο που να με ενδιαφέρει. Ο λόγος ήταν η διδασκαλία, που απορροφούσε όλα αυτά τα χρόνια κάθε δημιουργική ενέργεια. Δεν έχω κάνει τίποτα άλλο στη ζωή μου εκτός από φωτογραφία, δεν ξέρω να καρφώνω ένα καρφί ή να αλλάξω μια λάμπα. Είμαι σκέτη καταστροφή όταν επιχειρώ να ασχοληθώ με τέτοια πράγματα.

- Ετοιμάζετε κάποια καινούρια δουλειά;

Από το 2013 που παρουσίασα ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου στο μουσείο Μπενάκη, δουλεύω συστηματικά. Φέτος από αρχές Σεπτεμβρίου έως τέλος Οκτωβρίου θα παρουσιάσω στο ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης μια μεγάλη επίσης ενότητα έργων μου κάτω από τον τίτλο «Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα». Πρόκειται για έργα που έχουν ήδη εκτεθεί αλλά και πολλά νεότερα που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το θέμα όμως παραμένει το ίδιο, είναι η μεταχείριση της φωτογραφίας, η σχέση της με την πραγματικότητα και τον κόσμο των εικόνων. Αυτό όμως στο οποίο δίνω τώρα περισσότερη έμφαση είναι ο τρόπος με τον οποίο η φωτογραφία παρεμβαίνει, διαμορφώνει ή και σε ορισμένες περιπτώσεις απαλείφει την ανάμνηση προσώπων και γεγονότων. Μέρος της έκθεσης εξάλλου καταλαμβάνει η πιο πρόσφατη εργασία μου με τίτλο «Μεταλλάξεις», το οποίο είναι και το μεγαλύτερο σε έκταση έργο που έχω πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα και θα παρουσιαστεί σε τρεις αίθουσες της Βίλα Καπαντζή στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ. Αφορμή για τη δημιουργία του ήταν η μεταχείριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη πορεία των προσφύγων προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Έγιναν φωτογραφικές εκθέσεις, ενέπνευσαν καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις ή έγιναν αφορμή για περφόμανς. Σε κάθε περίπτωση μια νέα εικόνα έρχεται να μας θυμίσει, να ενημερώσει, να κινητοποιήσει, να μας συγκινήσει, ταυτόχρονα όμως μας απομακρύνει από το πραγματικό γεγονός. Τα υπόλοιπα, δηλαδή τον τρόπο που τον οποίο έχω επεξεργασθεί όλα αυτά, ελπίζω να έχετε την ευκαιρία να τα δείτε στην έκθεση.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Κωστή Αντωνιάδη:www.costisantoniadis.gr.

Η έκθεση του Κωστή Αντωνιάδη "Φωτογραφίες, Αλήθειες και Ψέματα 1985-2018" είναι η πρώτη που ανοίγει στο πλαίσιο της Thessaloniki PhotoΒiennale 2018, την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018, στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή).

Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 26/09/2018, στις 20:30.

Διάρκεια: 14/09/2018-11/11/2018

Χώρος: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Βίλα Καπαντζή - Βασιλίσσης Όλγας 108) Ημέρες & ώρες: Τρίτη-Κυριακή 10:30-18:00

Συνδιοργάνωση: Μουσείο Μπενάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης